Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Συνέντευξη με την Κοτζαμπασάκη Γεωργία.

Ένα όμορφο σεργιάνι στα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, στην θάλασσα του Μαρμαρά ... Μία ξενάγηση στην Αγία Σοφία και στο Τοπ Καπί ... Μία βόλτα σε ταβερνάκια και γειτονιές της Κωνσταντινούπολης ... Μία πνευματική αναζήτηση στο Πατριαρχείο ... Μία προσευχή ... Μία εσωτερική αναζήτηση με φόντο την πόλη των πόλεων ... Ελάτε να το ζήσουμε μέσα από το βιβλίο της κυρίας Κοτζαμπασάκη Γεωργία, "Το θαύμα στο Ακρωτήρι" ...


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Γεωργία Κοτζαμπασάκη γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακή κατεύθυνση τη Συγκριτική Γλωσσολογία και Σημειωτική. Δραστηριοποιείται, από το 1999, στην Επικοινωνία και τις Δημόσιες Σχέσεις στον ιατρικό χώρο, έχοντας συνεργαστεί επί μακρόν με σημαντικές εταιρίες και φορείς του κλάδου. Κατά τις συνεργασίες αυτές ανέλαβε και εκτέλεσε αρκετές Πανελλήνιες Εκστρατείες Ενημέρωσης για την πρόληψη και την αντιμετώπιση διαφόρων νοσημάτων. Παράλληλα, από το 1990 έως σήμερα έχει διεκπεραιώσει σημαντικό αριθμό έργων free lancing μετάφρασης και διερμηνείας ευρείας θεματολογίας. Έχει έναν γιο 19 ετών.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Καλησπέρα κυρία Κοτζαμπασάκη. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη συνέντευξη που παραχωρείτε στο blog μας, «Θεματοφύλακες Βιβλίων». Αρχικά θα ήθελα να μας πείτε δυο λόγια για εσάς. 

Καλησπέρα σας κυρία Αγγελίδου. Εγώ σας ευχαριστώ για την πρόσκληση. Σε ό,τι αφορά εμένα, γεννήθηκα και μένω στο Μαρούσι, είμαι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακή κατεύθυνση τη Συγκριτική Γλωσσολογία και Σημειωτική, και επαγγελματικά δραστηριοποιούμαι, από το 1999, στην Επικοινωνία και τις Δημόσιες Σχέσεις στον ιατρικό χώρο. Έχω έναν γιο 19 ετών, τον Δημήτρη, ο οποίος είναι πρωτοετής φοιτητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 


«Το θαύμα στο ακρωτήρι» είναι το πρώτο σας βιβλίο. Να σας εκφράσω τον θαυμασμό μου για τις πληροφορίες τις οποίες παρέχετε μέσα από αυτό, καθώς δεν πρόκειται μόνο για ένα μυθιστόρημα, αλλά και την παρουσίαση πολλών πληροφοριών για την Κωνσταντινούπολη και όχι μόνο. Αλήθεια, πόσο καιρό σας πήρε η έρευνα; 


Σας ευχαριστώ πολύ. Ωστόσο, δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη έρευνα εκ μέρους μου για την παρουσίαση αυτών των πληροφοριών, αν εξαιρέσει κανείς τη Βικιπαίδεια σε κάποια σημεία, καθώς και τους πέντε (5) συνδέσμους που παραθέτω στο τέλος του βιβλίου, οι οποίοι αντιστοιχούν σε πηγές που χρησιμοποίησα για να επιβεβαιώσω και να εμπλουτίσω πράγματα που γνώριζα πάνω σε εκείνα τα συγκεκριμένα αντικείμενα. Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών που παρατίθενται στο έργο σχετικά με τις τοποθεσίες, τα μνημεία, τα έθιμα κτλ αποτελούν απλή προσωπική εγκυκλοπαιδική γνώση, που αποκτήθηκε είτε από προηγούμενη μελέτη, είτε από τις διηγήσεις των Τούρκων φίλων μου. 


Διαβάζοντας το βιβλίο αισθανόμουν ότι βρίσκομαι στα στενά της Πόλης, μαζί με την Μυρτώ σεργιάνιζα και εγώ στα μουσεία, τα μνημεία της Πόλης, στα στενά της, όπως και στην Καππαδοκία. Έχετε πάει σε αυτά τα μέρη ή οι περιγραφές ήταν μόνο από όσα έχετε μελετήσει; 

Ναι, έχω πάει σε κάποια από αυτά, αλλά όχι σε όλα. Σε ό,τι αφορά την Κωνσταντινούπολη, για παράδειγμα, έχω πάει στο ανάκτορο Ντολμά Μπαχτσέ, αλλά όχι στο Τσιραγάν Σαραΐ, που είναι σήμερα ξενοδοχείο της αλυσίδας Κεμπίνσκι. Έχω πάει στη Μονή της Χώρας, στο Πατριαρχείο, στην Αγία Σοφία, στο Καπαλί Τσαρσί (Κλειστή Αγορά) και στο Τοπ Καπί, αλλά ποτέ στο ξενοδοχείο Ότομαν Ιμπίριαλ, το οποίο είναι πραγματικό και βρίσκεται όντως στο - επίσης πραγματικό -σοκάκι που αναφέρω στο βιβλίο ως τόπο κατοικίας της ηρωίδας(Τζαφεριέ Σοκάκ). Επίσης, δεν έχω πάει στο Πάρκο Γκιούλχανέ, στο Μασλάκ,στο Μπουγιούκ Μετζιντιέ Τζαμιί, στα χαμάμ, στο Ελληνικό νεκροταφείο του Σισλί ή ακόμα και στο ίδιο το Σαράι Μπουρνού. Παράλληλα, στην Καππαδοκία έχω πάει δύο φορές, αλλά όχι σε όλα τα μέρη που παραθέτω, ενώ την Ούρφα δεν την έχω επισκεφτεί ποτέ. Οι περιγραφές των τόπων στους οποίους δεν έχω ταξιδέψει καθόλου και αναφέρω μέσα στο βιβλίο έχουν γίνει καθαρά με βάση αυτά που γνώριζα και με τη βοήθεια φωτογραφικού υλικού που είναι διαθέσιμο στο internet.

Και ερχόμαστε στην πρωταγωνίστρια. Η Μυρτώ. Μία Ελληνίδα του σήμερα, με απόψεις για τους γείτονες, τις οποίες συναντάμε σε ανθρώπους που συνήθως έχουν κάποιες ρίζες από εκεί. Και όμως η Μυρτώ δεν κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη. Πιστεύετε ότι άτομα που δεν προέρχονται από εκείνα τα μέρη, από τις «χαμένες πατρίδες», μπορούν να είναι τόσο πατριώτες; 

Φυσικά. Η Μυρτώ αντιπροσωπεύει πολλούς τέτοιους Έλληνες. Προσωπικά πιστεύω ότι πολλοί από εμάς που κατοικούμε στον Ελλαδικό χώρο νιώθουμε εξίσου μεγάλη φιλοπατρία με εκείνους που κατάγονται από κει. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι έχουμε πολύ πιο απόλυτες και συλλογικές αντιλήψεις για τους γείτονες από ό,τι οι Έλληνες που κατοικούν στην Τουρκία και τους συναναστρέφονται καθημερινά. Έτσι και η Μυρτώ. Είναι μια γυναίκα που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα, αναθρεμμένη με όλες τις Ελληνικές αξίες και μαθημένη από μικρή να αντιπαθεί το Τουρκικό έθνος για όλη την ιστορική του αγριότητα. Είναι, λοιπόν, κι εκείνη πατριώτισσα για την Ελλάδα, αλλά ο πατριωτισμός αυτός μοιραία επεκτείνεται και σε ό,τι σχετίζεται με την πατρίδα της πέραν των συνόρων, εξ’ ου και η έντονη συγκίνησή της για την Ελληνική πολιτισμική κληρονομιά που σήμερα βρίσκεται αλλού, απανταχού της γης, πολύ, δε, περισσότερο σε εκείνα τα εδάφη.

Έχοντας παππού και γιαγιά από εκεί, ταυτίστηκα με την Μυρτώ. Ωστόσο, θεωρώ ότι πολύ εύκολα άφησε τις ιδέες της για χάρη του έρωτα.Η αγάπη τα υπερνικά όλα; 


Στην πραγματικότητα, δεν τις άφησε καθόλου εύκολα. Ή, μάλλον, δεν τις άφησε καθόλου. Απλώς τις κατηγοριοποίησε. Έμαθε, δηλαδή, ότι η προκατάληψη, αν υπάρχει, δεν πρέπει να είναι τυφλή, αλλά να κατευθύνεται εκεί που πρέπει. Σε όλο το βιβλίο η Μυρτώ βρίσκεται σε μια συνεχή πάλη με τον εαυτό της, πολεμώντας με κάθε μέσο αυτό το πρωτόγνωρο – και απολύτως αναπάντεχο - συναίσθημα που γεννιέται μέσα της για τον Τούρκο γιατρό. Η πάλη αυτή από μόνη της αποτελεί ένα «θαύμα» που η ίδια δεν θα περίμενε ποτέ να ζήσει, ειδικά σε κείνα τα χώματα, στοχαστική συνέχεια – κι όχι απλή απόρροια - ενός άλλου, διαχρονικού «θαύματος» που ενώνει ανέκαθεν - χωρίς να συγχωνεύει -, ζωές και πορείες, φιλοσοφίες και κοσμοθεωρίες, λαούς και πολιτισμούς: εκείνο του έρωτα. Ναι, ο έρωτας έχει αυτή τη δύναμη, να τα υπερνικά όλα, να τα πλάθει και να τα χτίζει όπως θέλει αυτός, να φωτίζει σκοτάδια και να ελπίζει τα ανέλπιστα. Και μπορεί να μην σβήνει μνήμες, αλλά έχει την ισχύ να τις αδρανοποιεί.



Και ο Φατίχ. Ο έρωτάς του για τη Μυρτώ μεγάλος. Έρχεται αντιμέτωπος με τον σκληρό, εθνικιστή, στρατιωτικό πατέρα του. Μου προξένησε εντύπωση ότι από όλο τον περίγυρο του, μόνο ο πατέρας του ήταν αυτός ο οποίος αντιδρούσε. Πραγματικά, οι «αντιπαραθέσεις» ανάμεσα σε Έλληνες – Τούρκους έχουν εξαφανισθεί; 

Από την προσωπική μου εμπειρία πιστεύω ότι αν μιλάμε για τους Τούρκους που κατοικούν σε όλο το μήκος της δυτικής ακτογραμμής της Τουρκίας, ναι, οι αντιπαραθέσεις αυτές μάλλον έχουν εξαφανιστεί. Ή, αν δεν έχουν εξαφανιστεί τελείως, τουλάχιστον έχουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος, αμβλυνθεί. Γιατί οι άνθρωποι εκεί έχουν συμβιώσει επί μακρόν ή συναναστρέφονται συχνά το Ελληνικό στοιχείο και η σχέση τους είναι εξαιρετική. Για πιο μέσα δεν μιλάμε καν, τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι, με εξαίρεση και πάλι κάποιες περιοχές, όπως η Καππαδοκία. Αλλού, στην καλύτερη περίπτωση, η κατάσταση είναι μάλλον κάτι σαν αυτό που εκπροσωπεί ο πατέρας του Φατίχ. Πράγματι, αυτός είναι ο μόνος που αντιδρά για τη σχέση του γιου του με τη Μυρτώ, αλλά στο πρόσωπό του συμβολίζεται ολόκληρηη «άλλη πλευρά», όλοι εκείνοι οι «εχθροί» μιας τέτοιας συνύπαρξης, είτε εξαιτίας της προσωπικής εμπάθειας που μαθαίνουν κι εκείνοι να τρέφουν από μικροί εναντίον των Ελλήνων, είτε λόγω των εθνικών θεμάτων που υφίστανται και «ανοίγουν» ακόμα μεταξύ μας σε πολιτικό επίπεδο. Και η πλευρά αυτή είναι μάλλον πολυπληθής.
 

 Ένα άλλο σημείο το οποίο μου προκάλεσε εντύπωση είναι ότι μόνο η οικογένεια της Μυρτώς είχε αντιρρήσεις και της διέκοψαν κάθε επικοινωνία. Ο γιος της, τα αδέρφια της, ο πρώην της. Μήπως αυτό είναι λίγο υπερβολικό; Μου δόθηκε η εντύπωση ότι εμείς είμαστε οι «οπισθοδρομικοί» και οι Τούρκοι οι «πολιτισμένοι», οι οποίοι δεν κοιτάνε διαφορές και έχθρες. 

Όχι, ούτε εμείς είμαστε οι οπισθοδρομικοί και οι Τούρκοι οι πολιτισμένοι, ούτε και η έντονη αντίδραση της Ελληνικής πλευράς είναι υπερβολική. Σε ό,τι αφορά τον πρώην είναι, έτσι κι αλλιώς, αυτονόητο, μα και για οποιαδήποτε κλασική Ελληνική οικογένεια, που όχι μόνο δεν έχει καμιά επαφή με τους κατοίκους και την κουλτούρα της γείτονος, για τα οποία έχει συγκεκριμένες αντιλήψεις, αλλά περιλαμβάνει κι ένα μέλος που από πάντα εξέφραζε ρητά την αντιπάθεια και την έχθρα του για το Τουρκικό έθνος, η ξαφνική αυτή τροπή των πραγμάτων θα μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω στις σχέσεις τους. Πολύ, δε, περισσότερο αν υπήρχε ήδη ένας άλλος σοβαρός δεσμός – και μάλιστα με έναν «δικό μας» -που πήγαινε για γάμο. Ακριβώς το ίδιο πράγμα θα μπορούσε να ισχύει, σε αντίστοιχη περίπτωση, και για μια κλασική Τουρκική οικογένεια. Η συγκεκριμένη οικογένεια του Φατίχ, όμως, είναι διαφορετική, με την έννοια ότι, πέραν του γεγονότος ότι περιλαμβάνει ήδη στους κόλπους της έναν Έλληνα της Πόλης, ταυτόχρονα- και ΑΥΤΟ είναι που ξενίζει εμάς εδώ, γι’ αυτό και προκλήθηκε, ίσως, σε σας αυτή η εντύπωση, ώστε να μου θέσετε το συγκεκριμένο ερώτημα -, αποτελείται από ανοιχτόμυαλους, φιλειρηνικούς ανθρώπους με ευρείς ορίζοντες και καλό χαρακτήρα. Γιατί,όσο κι αν είναι δύσκολο να αναγνωριστούν μέσα στα εκατομμύρια του Τουρκικού πληθυσμού, ναι, υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι απέναντι.

Και έρχεται μία στιγμή να γκρεμίσει τα πάντα. Μόνο μέσα από τραγικά γεγονότα «λύνονται» τέτοια θέματα; 

Τα τραγικά γεγονότα είναι, δυστυχώς, πολλές φορές, αναπόφευκτα στις ζωές των ανθρώπων και, τις περισσότερες από αυτές, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα στάση τους απέναντι στη ζωή και τους άλλους.Είναι καταλύτες που μπορούν να αλλάξουν νοοτροπίες, αντιλήψεις και συμπεριφορές. Πολύ, δε, περισσότερο όταν υπάρχουν ήδη αντικρουόμενα συναισθήματα που ψάχνουν να βρουν ισορροπία μέσα στις ψυχές τους. Τότε αποτελούν αφορμή για να διαπιστώσει κανείς, τελικά, προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα, να ξεχωρίσει τι θέλει, τι επιθυμεί περισσότερο, να νιώσει τι είναι αυτό που γεμίζει την ψυχή του και την παρηγορεί μετά τον μεγάλο πόνο. Όλοι θα προτιμούσαμε να μην συνέβαιναν, αλλά από τη στιγμή που αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να μαθαίνουμε αυτό που μας διδάσκουν. 

Η θυσία είναι απαραίτητη, προκειμένου να βρει κάποιος την ευτυχία; Και τι γίνεται όταν η θυσία «προσφέρεται» από κάποιον άλλον; Μπορεί η ευτυχία να είναι πραγματική όταν κάποιος άλλος έχει θυσιαστεί για χάρη σου; 

Η θυσία, ως ένα τραγικό γεγονός, είναι καταλύτης. Και, μάλιστα, ο υπέρτατος. Από όποιον κι αν «προσφέρεται», προκαλεί πάντα πόνο και, υπ’ αυτήν την έννοια, δεν μπορεί να είναι προϋπόθεση για την ευτυχία.Κάποιες φορές, όμως, ενάντια σε όλες τις πιθανότητες, όσο «μισή» κι αν την αφήνει, μπορεί να αποτελέσει – έστω και μακροπρόθεσμα - ευκαιρία για αυτήν…
Κλείνοντας τη συνέντευξή μας, θα ήθελα να μας πείτε τι αποκομίσατε μέσα από το ταξίδι σας αυτό; Και τι θέλετε να προσφέρετε στους αναγνώστες;

Αυτό που αποκόμισα εγώ γράφοντας το βιβλίο ήταν μια συνεχής μεγάλη συγκίνηση. Συγκίνηση για τις πολύχρωμες εικόνες, τις μεθυστικές μυρωδιές και όλες τις έντονες στιγμές που θα μπορούσε να χαρίσει στον καθένα μας μια τέτοια – ερωτική, και όχι μόνο - περιπλάνηση στις «χαμένες πατρίδες», μέσα στο απέραντο μωσαϊκό συναισθημάτων που αναβλύζει μέσα σου όταν πατάς εκείνη τη γη. Πλησιάζοντας, μετά, προς το τέλος, με κατέκλυσε και μια επίμονη αναρώτηση για την απάντηση που θα έδινα εγώ σαν άτομο στο ερώτημα που προκύπτει από την ιστορία: εάν, δηλαδή, παρά τις αγεφύρωτες διαφορές μεταξύ των ηρώων και, ίσως, και αυτών που αντιπροσωπεύουν, - πολλές από τις οποίες θα συνεχίσουν να παραμένουν αγεφύρωτες -, σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να πρυτανεύσει για μένα η αγάπη, η δύναμη, η υπέρβαση του κακού και του φόβου και η αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο. Μόλις το έργο τελείωσε, έπαψα να αναρωτιέμαι.

Στο άλλο σκέλος της ερώτησής σας, προσωπικά δεν γνωρίζω πόσοι από αυτούς που θα διάβαζαν το βιβλίο και θα προβληματίζονταν πραγματικά με το θέμα, θα έδιναν σε αυτό το ερώτημα την απάντηση που έδωσε η Μυρτώ, ή πόσοι θα έδιναν την άλλη, την αντίθετη. Αυτό που γνωρίζω, όμως, σίγουρα, είναι ότι κάθε μια από αυτές τις απαντήσεις θα εκπλήρωνε, πιθανότατα, τον απώτερο στόχο του βιβλίου… Αφού θα ανακινούσε στην ψυχή του αναγνωστικού, διαφορετικά μεν, αλλά, πάντως, δυνατά συναισθήματα Σας ευχαριστώ πολύ.


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ:
E-mail:  gkotsab@gmail.com   






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname