Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Συνέντευξη με τον Ηλία Τζιτζικάκη

Σήμερα έχουμε την χαρά να φιλοξενούμε στο blog μας τον συγγραφέα Ηλία Τζιτζικάκη. Ο κύριος Τζιτζικάκης μας μίλησε για το καινούργιο του βιβλίου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή και έχει τίτλο "Προβέντζα". Πάμε λοιπόν να δούμε τι μας αποκάλυψε.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Αθήνα, σπούδασα νομικά και δημοσιογραφία και εργάζομαι ως δικηγόρος στον Πειραιά. Στον ελεύθερο χρόνο μου γράφω ιστορίες. 

Η «ΠΡΟΒΕΝΤΖΑ» που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις «ΠΗΓΗ», είναι το δεύτερο μυθιστόρημά μου. Το πρώτο με τίτλο «Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ», εκδόθηκε το Φεβρουάριο 2014 από τις εκδόσεις «ΠΟΡΕΙΑ». Το διήγημά μου «ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΤΖΟΚΟΝΤΑ» διακρίθηκε στον 2ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ» και εκδόθηκε σε συλλογικό τόμο από τις εκδόσεις «LIBRON ΕΚΔΟΤΙΚΗ».


Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Καλησπέρα σας κύριε Τζιτζικάκη. Καλώς ήρθατε στους Θεματοφύλακες Βιβλίων. Πριν αρχίσουμε θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τον χρόνο που μας διαθέτετε.

Πείτε μας μερικά πράγματα για εσάς που θα έπρεπε να γνωρίζουμε

Θέλω με τη σειρά μου να σας ευχαριστήσω για το βήμα που μου δίνετε, μέσα από την αξιόλογη σελίδα σας.

Πρώτα απ’ όλα να ξεκινήσω απ’ τα «τυπικά». Παρά το γεγονός ότι εκτός από νομικά, σπούδασα και δημοσιογραφία, το επάγγελμα που τελικά επέλεξα ή ίσως και να με επέλεξε αυτό, είναι του δικηγόρου. Λέω ίσως και να με επέλεξε γιατί με τον καιρό έχω κατανοήσει πως οι άνθρωποι, ιδιαίτερα σε νεαρή ηλικία, συμπεριφερόμαστε σε μεγάλο βαθμό παθητικά, αφήνουμε τη ζωή να αποφασίζει για μας, πολλές φορές ερήμην μας. Η δουλειά λοιπόν που με επέλεξε, είναι δύσκολη, απαιτητική, με την έννοια ότι για να την κάνεις καλά, οφείλεις να της είσαι απόλυτα αφοσιωμένος. Έτσι, παρά το γεγονός ότι από μικρό παιδί αγαπούσα το διάβασμα, πραγματικά δεν περίμενα ότι θα είχα την τύχη να καταφέρω κάποτε να γράψω κάτι δικό μου, εννοώ κάτι διαφορετικό από τα δικόγραφα. Θα ήθελα να το ‘χω κάνει νωρίτερα, όμως αυτά δεν γίνονται κατά παραγγελία∙ γράφει κανείς, όταν έχει κάτι να πει. Διαφορετικά, καλύτερα να σιωπάς.

Έχετε στο ενεργητικό σας, αν δεν κάνω λάθος, δύο βιβλία. Το πρώτο έχει τίτλο «Η σιωπή που έρχεται» ενώ το δεύτερο και πιο πρόσφατο λέγεται «Προβέντζα». Έχοντας διαβάσει την «Προβέντζα» και ρίχνοντας μια ματιά στην υπόθεση του πρώτου σας βιβλίου θα έλεγα ότι και στα δύο έργα σας, επικρατεί αυτό το σκοτεινό συναίσθημα. Σας ελκύει περισσότερο το απόκοσμο;

Η αλήθεια είναι πως και στα δυο βιβλία μου, «πρωταγωνιστεί» ενός είδους ομίχλη, διαφορετική στο καθένα. Στη «Σιωπή», κυριαρχεί το «σινιάκι», η ομίχλη που συχνά εμφανίζεται πάνω από τις Πρέσπες και τη Φλώρινα, ενώ στην «Προβέντζα», το υγρό, σκούρο σύννεφο, που απλώνεται σε όλη τη δυτική πλευρά των Κυθήρων, όταν φυσάει ένας συγκεκριμένος άνεμος. Και στις δυο περιπτώσεις, πρόκειται πραγματικά για σκοτεινό, απόκοσμο σκηνικό, το οποίο δημιουργεί σε όποιον το βλέπει αυτό που εύστοχα ονομάζετε «σκοτεινό συναίσθημα». Πιστεύω πως ένα τέτοιο σκηνικό ήταν το κατάλληλο για όλα όσα ήθελα να πω και στα δυο μυθιστορήματα, άλλωστε στο σκοτάδι ή καλύτερα πίσω απ’ τις σκιές, βγαίνουν στην επιφάνεια τα συναισθήματα εκείνα που κάνουν τους ανθρώπους πιο δημιουργικούς. Το άπλετο φως δημιουργεί μια ελαφρότητα, μια ευθυμία, που κατά τη γνώμη μου είναι εχθρικές στη δημιουργία. 

Ας επικεντρωθούμε στην «Προβέντζα», το νέο σας βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πηγή. Θα θέλατε να μας δώσετε μερικά στοιχεία για την υπόθεση του;

Πρόκειται για μια ιστορία που διαδραματίζεται στα Κύθηρα, τις τελευταίες μέρες κάποιου Καλοκαιριού, όταν φτάνει στο νησί ένας παράξενος άντρας ο Άρης Μαρκάκης. Σκοπός του είναι να τιμωρήσει τους υπεύθυνους για τη δολοφονία του Παναγιώτη Ανδρόνικου, ενός πάμπλουτου ηλικιωμένου, τρόφιμου στο γηροκομείο του νησιού. Καθώς ξεκινά να εκτελεί τη «δουλειά» που έχει αναλάβει, έχοντας αποφασίσει πως αυτή θα είναι και η τελευταία του, συναντά δυο ανθρώπους που η γνωριμία μαζί τους θα είναι καταλυτική: Τη Μάρθα, μια τραγουδίστρια με σκοτεινό παρελθόν, την οποία θα ερωτευτεί και τον Λογοθέτη, μοναδικό φίλο του Ανδρόνικου στο γηροκομείο, συνταξιούχο καθηγητή, τον άνθρωπο που θα τον πάρει μαζί του σε υπαρξιακές αναζητήσεις, που έχουν να κάνουν με το Χρόνο, το Θάνατο, τη Γνώση, τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, το Καλό και το Κακό. Ο Άρης και η Μάρθα αποφασίζουν να φύγουν μαζί, όμως αναπάντεχα εκείνη εξαφανίζεται και τότε αρχίζει να την αναζητά απεγνωσμένα, περιπλανώμενος στο νησί, ενώ ταυτόχρονα τον καταδιώκει η αστυνομία. 

Ο ήρωας σας, ο Άρης, θέλω να σας ομολογήσω πως μου έκανε εντύπωση. Σε κάποιο σημείο μέσα στο βιβλίο σας λέει την εξής φράση «…έμοιαζε σαν μια ευκαιρία εξιλέωσης, σαν μια ύστατη ευκαιρία να υπηρετήσει το Καλό ένας υπηρέτης του Κακού…». Γιατί κάποιος που έχει επιλέξει αυτή την ζωή να θέλει ξαφνικά να την αλλάξει; Να κάνει κάτι διαφορετικό;

Πάντα ήθελα να πιστεύω πως οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη να αλλάξουν προς το καλύτερο, αρκεί να το θελήσουν πραγματικά. Προϋπόθεση βέβαια είναι να μπορεί κανείς να αντιληφθεί την πραγματική σημασία των επιλογών του, να μην ξεγελά τον εαυτό του με αυταπάτες. Ο Άρης δεν έχει ψευδαισθήσεις, έχει συνειδητοποιήσει την απαξία αυτών που έχει κάνει, γι’ αυτό άλλωστε τον κυνηγούν διαρκώς «τα φαντάσματα της προηγούμενης ζωής του», όπως λέει κι ο ίδιος σε κάποιο σημείο του μυθιστορήματος. Όλα όσα συμβαίνουν σε αυτές τις λίγες μέρες που βρίσκεται στο νησί, οι άνθρωποι που συναντά εκεί, αλλά και οι διεργασίες που γίνονται μέσα του, τον κάνουν να θέλει αληθινά, έστω και την  ύστατη στιγμή, να αλλάξει, να επανορθώσει όσο πλέον μπορεί.

Πως θα χαρακτηρίζατε τον Άρη στην αρχή του βιβλίου και πόσο αλλάζει ο ψυχισμός του προς το τέλος της ιστορίας;

Από την αρχή του βιβλίου, ο Άρης έχει πάψει να είναι ο ψυχρός «επαγγελματίας», που ήταν μέχρι τότε. Τον βασανίζουν κενά μνήμης, συχνά ανασύρει στην επιφάνεια τις φωνές και τα βλέμματα ανθρώπων που έχει συναντήσει στο παρελθόν. Έχει ξεκινήσει μέσα του η διαδικασία μεταμόρφωσης, που όμως ίσως να μην ολοκληρωνόταν ποτέ, αν δεν είχαν συμβεί τα γεγονότα που συνέβησαν και κυρίως αν δεν είχε εμφανιστεί στη ζωή του η Μάρθα. Προς το τέλος της ιστορίας πράγματι, τίποτα δεν θυμίζει τον παλιό του εαυτό. 

Θα λέγατε πως η παρουσία της Μάρθας παίζει καταλυτικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή του;

Σίγουρα! Άλλωστε, για όλους υπάρχουν κάποιοι άλλοι άνθρωποι που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη ζωή τους, που τους ώθησαν, κάποιες φορές ακόμη και με μόνη την παρουσία τους, να γίνουν αυτό που τελικά έγιναν. Ιδιαίτερα οι άνθρωποι που ερωτευόμαστε -και δεν εννοώ όσους έτυχε απλά να περάσουν απ’ τη ζωή μας, αλλά αυτούς που πραγματικά μας συγκλόνισαν- είναι καταλύτες των αλλαγών μας, χωρίς την ύπαρξή τους θα ήμασταν διαφορετικοί, καλύτεροι ή χειρότεροι δεν ξέρω, πάντως σίγουρα διαφορετικοί. Στην Προβέντζα, η Μάρθα είναι εκείνη που, με μόνη την παρουσία της και τα συναισθήματα που του γεννά, ωθεί τον Άρη να συνειδητοποιήσει πόσο σπουδαίο είναι το να νοιάζεσαι για τους άλλους ανθρώπους. Αυτό και μόνο αρκεί για να ολοκληρωθεί η αλλαγή του. 

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου, σας επηρέασε και εσάς το πυκνό μαύρο σύννεφο, η Προβέντζα;

Η αλήθεια είναι πως το είχα διαρκώς μπροστά μου, εννοώ στο μυαλό μου. Μάλιστα, επειδή ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος γράφτηκε στα Κύθηρα, συνέβη αρκετές φορές να γράφω, με την Προβέντζα να «στέκεται» έξω απ’ το παράθυρό μου. Ξέρετε, ο συγγραφέας -θέλοντας και μη- μεταφέρεται στην «πραγματικότητα» της ιστορίας του, νιώθει ότι συμμετέχει κι ο ίδιος. Συχνά όταν περιέγραφα κάποια σκηνή, είχα την αίσθηση ότι στεκόμουν εκεί, κάπου παράμερα, και παρακολουθούσα αθέατος τη δράση ανάμεσα στα σύννεφα της Προβέντζας.     

Το τέλος που έχετε επιλέξει να δώσετε στο βιβλίο σας θα το χαρακτήριζα κάπως αντισυμβατικό. Ούτε ευχάριστο αλλά ούτε και δυσάρεστο σε αντίθεση με τα περισσότερα βιβλία που κυκλοφορούν. Ήταν κάτι που το ξέρατε από την αρχή ή το αποφασίσατε στην πορεία;

Δεν γράφω με βάση κάποιο σχεδιάγραμμα, κάποιο σκελετό μυθιστορήματος. Ξεκινάω με βάση μια ιδέα που μου αρέσει και στη συνέχεια αφήνω τα πράγματα να εξελιχθούν, είναι σαν να αποκτούν μια δική τους, αυθύπαρκτη υπόσταση. Μοιάζει σαν η ιστορία να υπάρχει κάπου βαθιά στην ψυχή μου και να αποκαλύπτεται σιγά-σιγά, έτσι που καμιά φορά νιώθω έκπληκτος ακόμα κι εγώ ο ίδιος από την πλοκή που εκτυλίσσεται μπροστά μου. Το τέλος του βιβλίου ήρθε κι εκείνο από μόνο του, όταν πια η ιστορία έφτανε στην κορύφωσή της.

Οι υπαρξιακές αναζητήσεις του Άρη είναι θέματα που απασχολούν και το δικό σας μυαλό;

Οι υπαρξιακές αναζητήσεις που υπάρχουν στο βιβλίο, πιστεύω πως είναι και ο λόγος που με κάνουν να γράφω, με την έννοια ότι θέλω να σχηματοποιήσω όλα αυτά που με απασχολούν τη συγκεκριμένη περίοδο, να τα καταλάβω, ίσως και να πολεμήσω κάποια από αυτά. Γι’ αυτό σας είπα στην αρχή ότι κατά τη γνώμη μου γράφει κανείς όταν έχει κάτι να πει. Στα είκοσι ή στα τριάντα μου για παράδειγμα, με όλη τη ζωή μπροστά μου, ήταν για μένα αδιανόητο να με απασχολεί ο χρόνος που ρέει ασταμάτητος ή ο θάνατος, αυτή η αμετάκλητη απώλεια όλων όσα είναι κάποιος. Όσο περνούν τα χρόνια, ο άνθρωπος νοιάζεται ολοένα και περισσότερο για τα μεγάλα, τα κεφαλαιώδη ζητήματα της ύπαρξής του.

Ετοιμάζετε κάτι άλλο συγγραφικά αυτή την περίοδο;

Όταν ξεκινήσεις να γράφεις είναι αδύνατο να σταματήσεις. Έχω ξεκινήσει ένα νέο μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται στον Πειραιά, την πόλη όπου μεγάλωσα και εργάζομαι μέχρι σήμερα. Θέλω να πιστεύω πως μέχρι το Καλοκαίρι θα είναι έτοιμο. Μακάρι να είχα περισσότερο χρόνο, υπάρχει πλήθος από ιδέες στο μυαλό μου, αλλά δυστυχώς ο χρόνος ενός δικηγόρου είναι πολύ περιορισμένος. 

Κύριε Τζιτζικάκη, να σας ευχαριστήσω για άλλη μία φορά για την συνέντευξη που δεχτήκατε να μας δώσετε. Σας εύχομαι από καρδιάς η «Προβέντζα» να είναι καλοτάξιδη και να απλώσει το μαύρο σύννεφο της όσο πιο μακριά μπορεί. Για το κλείσιμο θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες σας;

Εγώ σας ευχαριστώ θερμά και εύχομαι να εξακολουθήσετε με την ίδια θέρμη την πραγματικά αξιόλογη προσπάθειά σας για την προβολή και ανάδειξη της λογοτεχνικής δημιουργίας. Θα ήθελα να κλείσω με μια προτροπή: Ας προσπαθήσει ο καθένας να κάνει αυτό που πραγματικά αγαπάει, με όσο γίνεται μικρότερες εκπτώσεις, ακόμα κι αν νομίζει πως είναι πια αργά. Όσο έχουμε επιθυμίες, πάντα θα υπάρχει ο χρόνος να τις ικανοποιήσουμε.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Το Καλοκαίρι πλησιάζει στο τέλος του όταν ο Άρης Μαρκάκης φτάνει στα Κύθηρα, με την αποστολή να τιμωρήσει τους υπεύθυνους μιας ανεξιχνίαστης δολοφονίας. Κυνηγημένος από τα φαντάσματα της προηγούμενης ζωής του και εγκλωβισμένος στις υπαρξιακές του αναζητήσεις για το Χρόνο και το Θάνατο, έχει αποφασίσει ότι αυτή θα είναι η τελευταία του δουλειά.
Στο παράξενο αυτό νησί όπου κυριαρχεί η «Προβέντζα», το μαύρο σύννεφο της ομίχλης που φέρνει μαζί του ο δυτικός άνεμος, συναντά τη Μάρθα, μια ξεχωριστή γυναίκα με σκοτεινό παρελθόν. Η σχέση που θα αναπτυχθεί ανάμεσά τους μοιάζει ικανή να ανατρέψει τα πάντα…
Η ομορφιά της Ζωής και η δύναμη του Έρωτα μάχονται ενάντια στο Χρόνο που κυλά αμείλικτος και το Θάνατο που καραδοκεί παντού, σ’ έναν φαινομενικά μάταιο αγώνα με φόντο τα γκρίζα πέπλα της Προβέντζας.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση: 
itzitzikakis@gmail.com.

Facebook: 

Twitter: 
@itzitzikakis

Συνέντευξη/Φωτογραφίες: 
Χριστίνα Μιχελάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname