Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Συνέντευξη με τον Πασχάλη Πράντζιο.

Σήμερα φιλοξενούμε τον αγαπημένο συγγραφέα Πασχάλη Πράντζιο και το συγγραφικό του έργο "Ξανάγινε τρεις..", από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Ελάτε ξεφυλλίσουμε το βιβλίο και να μάθουμε περισσότερα για την έννοια του χρόνου και την σημασία της στιγμής!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και εργάζεται στην Μέση Εκπαίδευση. Το "Ξανάγινε τρεις..." είναι το πέμπτο μυθιστόρημά του. Τα προηγούμενα έργα του με χρονολογική σειρά είναι: Και πάντα με χείλη κόκκινα (2006), Περί ανέμων και γάτων (2009), Λιωμένο μολύβι(2012), Η πόλη έχει ρεπό(2014). Όλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις "Ωκεανίδα".

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

     
Καλησπέρα σας και σας ευχαριστούμε πολύ για την παραχώρηση της συνέντευξης σας στο blog μας. Η πρώτη ερώτηση που κάνω συνήθως είναι ποιος είναι ο άνθρωπος πίσω από τον συγγραφέα. Ποιος είναι o Πασχάλης και τα όνειρά του;

     Ο Πασχάλης εργάζεται πολλές ώρες στην καθημερινότητά του, για να επιβιώσει κι όπως και οι περισσότεροι πολύ συχνά δεν προλαβαίνει να κάνει όνειρα! Δεν διαφέρει λόγω της ιδιότητάς του από τους άλλους σκληρά εργαζόμενους, παρά μόνο ως προς τις επιλογές που κάνει κατά τον ανύπαρκτο ελεύθερο χρόνο του. Διαβάζω, μελετώ, συγγράφω και αγαπώ τους φίλους μου. Αυτά είναι και τα όνειρά μου, να έχω ελεύθερο χρόνο για να κάνω αυτά που αγαπώ και να είναι καλά οι άνθρωποι που επίσης αγαπώ!

    Εδώ και λίγο καιρό κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο «Ξανάγινε τρεις…». Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτό;

   Όσα ήθελα να πω, τα έγραψα. Το λόγο τώρα τον έχει ο αναγνώστης. Άλλωστε, θα μας δοθεί η δυνατότητα και στην πορεία της συνέντευξης να πούμε πράγματα που αφορούν το βιβλίο.

    Στο βιβλίο σας εμβαθύνοντας πάνω στην έννοια του χρόνου καταλήγετε στη σημασία της «στιγμής». Τελικά, οι στιγμές έχουν μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι η διάρκεια μέσα στο χρόνο; 

    Στις πλείστες των περιπτώσεων οι άνθρωποι στο όνομα της διάρκειας χάνουν την αξία της στιγμής. Κι όμως, έχουν μεγάλη σημασία οι στιγμές και το να μπορεί να τις βιώσει κανείς «ολόκληρες» και να εισπράξει ευχαρίστηση μέσα από αυτές χωρίς να τον αγχώνει το αύριο, απαιτεί την υιοθέτηση μιας αντίστοιχης φιλοσοφίας ζωής. Ο Αντίνοος στο βιβλίο λέει: είναι μάταιη η αναζήτηση της ευτυχίας κι όσο νωρίτερα το καταλάβουμε, τόσο περισσότερο θα μπορέσουμε να απολαύσουμε τη ζωή. Γιατί η ευτυχία μονάχα απ’ τις στιγμές ορίζεται, όχι από τη διάρκεια.

     Όταν αλλάζει η ώρα και από 4π.μ. ξαναπάει 3π.μ., ο χρόνος είναι αόρατος;

    Πρωτίστως είναι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι του μυαλού! Γιατί ποιος από μας δεν θα ήθελε έστω και για μια ώρα το χρόνο να μπορούσε να γινόταν αόρατος! Το ζήτημα, όμως, με τον αόρατο χρόνο, όπως περνά μέσα στο βιβλίο, είναι πιο βαθύ. Η υποτιθέμενη αυτή δυνατότητα σύλληψης του χρόνου στη σφαίρα του αόρατου, πέρα από τη μεταφυσική της διάσταση, σου δίνει τη δυνατότητα να σκύψεις μέσα σου και να δεις πόσα δεν έχεις κάνει στο όνομα των συμβάσεων και των περιορισμών που θέτει η κοινωνία. Να καταλάβεις καλύτερα τα θέλω σου και να συνειδητοποιήσεις τι έχεις κάνει και τι θα ήθελες να κάνεις, πόσο ελεύθερος ή όχι είσαι. Ο αόρατος χρόνος στο «Ξανάγινε τρεις…» γίνεται ο δρόμος που μπορεί να σε οδηγήσει στην αυτογνωσία.

    Ποιος ήρωας σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποιον αγαπήσατε πιο πολύ;

   Με δυσκόλεψε πολύ ο κεντρικός μου ήρωας, δεδομένου ότι απέχει πολύ από τις δικές μου εμπειρίες κι έπρεπε να έχει μία συνέπεια ο χαρακτήρας του από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του βιβλίου. Δεδομένου δε ότι ο Αντίνοος στο παρόν του είναι γέρος, έχουμε την περίπτωση ενός ήρωα που παρακολουθούμε τη ζωή του, τη δράση του και τις εσωτερικές του διαδρομές σε όλη τη διάρκεια του φυσικού του βίου. Δεν ξέρω κατά πόσο κατάφερα να ολοκληρώσω κατά το εικός και το αναγκαίο το μυθιστορηματικό του χαρακτήρα -αυτό θα το κρίνει ο αναγνώστης- ωστόσο ο Αντίνοος είναι ένας πολυσύνθετος χαρακτήρας ανθρώπου.

    Ο συγγραφέας οφείλει να αγαπήσει όλους τους ήρωές του, ακόμη κι αυτούς που οι άλλοι δεν τους συμπαθούν ή και τους αποστρέφονται. Είναι «πατέρας» ο συγγραφέας και το συναίσθημα της αγάπης προαπαιτούμενο. Άρα, πάνω στον ποιον ήρωα αγάπησα περισσότερο, δεν μπορώ να δώσω απάντηση. Μπορώ όμως να σας πω για ποιον ήρωα τρέφω μεγαλύτερη αδυναμία. Στο Λευτέρη αναφέρομαι. Γιατί ο Λευτέρης ανήκει σε κείνη την περίπτωση των ανθρώπων που είναι άγγελοι όχι μονάχα στη μεταφυσική σφαίρα αλλά και στον κόσμο της φυσικής ζωής. Του έχω αδυναμία γιατί ενώ του συνέβη το μεγαλύτερο κακό, ο ίδιος είναι φύσει καλός, χωρίς καμία προσπάθεια να επιτύχει την καλοσύνη αυτή. Γι’ αυτό τον χαρακτήρισα άγγελο. 

    Οι ήρωες του βιβλίου σας παρουσιάζονται ως έρμαια των συγκυριών. Τελικά, ποιος αποφασίζει για τη ζωή του;

   Όλα έχουν να κάνουν με το πώς μεγαλώνει κανείς. Με το πόσο γερά είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε ο χαρακτήρας του. Μονάχα ως εξαιρέσεις θα μπορούσα να δω τις περιπτώσεις ανθρώπων που τους χαρίστηκε η ζωή. Οι περισσότεροι εξ ημών δεν είχαμε κι ούτε ενδεχομένως έχουμε εύκολες ζωές. Οι συγκυρίες πολυποίκιλες, συχνά μας φέρνουν αντιμέτωπους με καταστάσεις που μπορεί να φαίνονται έξω από κάθε έλεγχο. Εκεί μπαίνει η παράμετρος της επιλογής. Κι οι επιλογές αν ο χαρακτήρας μας είναι αδύναμος και τραυματισμένος μπορεί να μας οδηγήσουν σε αποφάσεις αυτοκαταστροφικές. Δεν είναι απλό σε καμία περίπτωση.


   Ποια ήταν η αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου σας; Θέλετε να περάσετε κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα μέσα από το έργο σας; 

   Η ανάγκη μου να ξορκίσω τις αγωνίες μου και τους προβληματισμούς μου πάνω στο χρόνο που ανελέητα οργώνει την ύπαρξή μας μέχρι να μας νικήσει οριστικά. Αυτό με ώθησε να καταπιαστώ με το «Ξανάγινε τρεις…» Ως προς το μήνυμα που θέλω να περάσω, θα μιλήσει το ίδιο το βιβλίο.

   Τι σημαίνει για σας να είναι κάποιος συγγραφέας; Ποια κριτήρια θεωρείτε απαραίτητα, προκειμένου να χαρακτηρίσουμε κάποιον ως λογοτέχνη; 

   Ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος του καιρού του, οφείλει να μη ζει αποστασιοποιημένος στο συγγραφικό του θώκο, να μετέχει στη ζωή και να μοιράζεται τις ίδιες αγωνίες με τους συνανθρώπους του. Ο συγγραφέας – λογοτέχνης δημιουργεί τέχνη δίνοντας μορφή στις αγωνίες αυτές και με όπλο του τη γλώσσα δημιουργεί τη ζωή από την αρχή αποτυπώνοντας όλα τα καίρια ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο. Ο λογοτέχνης ως υπηρέτης της τέχνης του λόγου αφιερώνει πολλές ώρες στη μελέτη και στη συγγραφή, δεν επαίρεται για την ενδεχόμενη συγγραφική του δεινότητα, δεδομένου ότι γνωρίζει πως το ταλέντο που τον οδηγεί στη δημιουργία, δεν είναι κατάκτηση, αλλά ένα «δώρο» δοσμένο από τη φύση. Κι αν το δώρο αυτό ο καλλιτέχνης δεν το σεβαστεί, θα τον εγκαταλείψει. Πάνω από κάθε λογοτέχνη, ό,τι κι αν έχει να καταδείξει ο ίδιος μέσα από το έργο του, διαφεντεύει η Τέχνη. Γι’ αυτό και μίλησα για υπηρέτες. Και παρότι τον όρο αυτό τον απεχθάνομαι γιατί κανείς δεν οφείλει να είναι υπηρέτης κανενός, ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι υπηρέτης της Τέχνης. Κανένας θνητός δεν είναι πιο πάνω ή ίσος με την Τέχνη. Κι ο συγγραφέας είναι θνητός, ενώ η Τέχνη αιώνια.

  Σας ενοχλεί η αρνητική κριτική; Πιστεύετε πως μπορεί να βοηθήσει έναν συγγραφέα να εξελιχθεί; 
  
   Κοιτάξτε να δείτε, ο καθένας θα μπορούσε να ενοχληθεί από μια αρνητική κριτική, πόσο μάλιστα αν είναι και κακοπροαίρετη. Όταν κάτι το αγαπάμε πολύ και μας το κρίνουν αρνητικά, μας πονάει. Σκεφτείτε τα παιδιά σας, πώς θα νιώθατε αν σας τα κριτίκαραν αρνητικά. Από κει κι έπειτα όμως, αν ένας συγγραφέας θέλει να λογίζεται σοβαρός, θα πρέπει να ακούει τα τυχόν αρνητικά σχόλια με τη δέουσα προσοχή χωρίς να αντιδράει. Όταν εκτίθεσαι μέσα από μία έκδοση, δεν γίνεται να επιζητάς την αποδοχή των πάντων. Θα υπάρξουν και πολλοί που δεν θα τους αρέσεις. Εκεί λοιπόν καλείται ο κάθε συγγραφέας να κάνει τις αξιολογήσεις του, να κρίνει ο ίδιος την ποιότητα της κριτικής που του ασκούν και να οδηγηθεί σε συμπεράσματα που θα τον βοηθούσαν ενδεχομένως παρακάτω να γίνει καλύτερος. Αυτό εξάλλου είναι και το νόημα της κριτικής, εκεί κρύβεται η ουσία. Ο συγγραφέας οφείλει να ακούει το κοινό του, να ακούει τη γνώμη ανθρώπων του κύκλου του που σέβεται την κρίση τους και να προχωράει κάνοντας το επόμενο βήμα.

Ποιο απόσπασμα του βιβλίου σας, σας αντιπροσωπεύει; 

   «Ξέρετε, μπορούμε άνετα να λέμε ψέματα στους άλλους, να παρουσιάζουμε τα πράγματα όπως θα θέλαμε να είναι κι όχι όπως είναι. Στον εαυτό μας όμως οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Δεν είναι εύκολο, ο δρόμος αυτός όμως είναι ο μόνος που μπορεί να φέρει ατραπό στη σκέψη σου. Όσο ανόητο είναι να ξοδεύεις το χρόνο σου με λάθος ανθρώπους, άλλο τόσο ανόητο είναι να κρύβεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό. Φαντάζει στη σκέψη μου τραγικό να φτάνει η ώρα που ο χρόνος θα σε περάσει στην άλλη γραμμή, αυτή της μεταφυσικής, και συ να μην έχεις καταλάβει ποιος τελικά ήσουν σε όλη σου τη διαδρομή. Τι νόημα έχει να τρέχει κανείς παράλληλα ή και μακριά από τα προβλήματά του; Μοιάζει σαν να κυνηγάς τη σκιά σου μια ολόκληρη ζωή, γίνεται να την φτάσεις; Είναι σαν να βάζεις τις δικές σου ανάγκες σε δεύτερη μοίρα και να προσπαθείς να γίνεις κάποιος που δεν είσαι. Οι περισσότεροι άνθρωποι είμαστε δέσμιοι του παρελθόντος μας, απ’ αυτό προσπαθούμε να κρατηθούμε. Κοιτάμε πίσω μας διαρκώς και φοβόμαστε τόσο πολύ να κάνουμε λάθη, ώστε καταλήγουμε στο να μην κάνουμε τίποτα στο παρόν». 

   Κλείνοντας τη συνέντευξή μας, θα ήθελα να στείλετε ένα μήνυμα προς τους αναγνώστες σας αλλά και προς τους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν τα πρώτα βήματα στο χώρο της συγγραφής. 

   Ο Καβάφης στο ποίημά του «Το πρώτο σκαλί» παρουσιάζει τον καλλιτέχνη σαν να ανεβαίνει μια σκάλα για να μπορέσει μια μέρα να κατακτήσει των Ιδεών την πόλη και εστιάζει στη σημασία του να έχει κατακτήσει κανείς το πρώτο σκαλί. Επειδή λοιπόν κι εγώ βρίσκομαι σ’ αυτό, το πρώτο σκαλί, είμαι πολύ μικρός συγγραφικά για να δίνω συμβουλές σε νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με τη συγγραφή.

   Στους αναγνώστες μου, όμως, θέλω να τους πω ότι παίρνω μεγάλη δύναμη από την αποδοχή τους, για να μπορώ να συνεχίζω τη διαδρομή που έχω χαράξει. Κι επειδή στην γενικότερη σύγχυση που χαρακτηρίζει την εποχή μας παρουσιάζεται το ευτελές ως αξία, ας προσέχουμε προς τα πού να κοιτάμε. Ο δρόμος δεν είναι αυτός που μας δείχνουν. Ο δρόμος που μπορεί να μας οδηγήσει στο φως, βρίσκεται στο νου μας. Ας σκεφτόμαστε λοιπόν.

Ξανάγινε τρεις...


Αν είχατε τη δυνατότητα για μία ώρα να κάνατε κάτι, το οτιδήποτε, και να μην μπορεί κανείς να αποδείξει ότι στον τάδε χρόνο το κάνατε, ποιο θα ήταν αυτό; Τι θα επιλέγατε;


Όταν κάθε χρόνο αλλάζει η ώρα το φθινόπωρο και από τέσσερις το πρωί ξαναπάει τρεις, ο καθείς από μας μπορεί να κάνει κάτι μεταξύ τρεις και τέσσερις και να ’ναι σαν να μην το έκανε ποτέ. Έπρεπε να μεγαλώσω πολύ για να καταλάβω πως ό,τι ζούμε είναι ένα ψέμα, πως η ζωή είναι ο χρόνος που φεύγει κι ο χρόνος αυτός δεν ορίζεται παρά μονάχα ως σύνολο στιγμών και τυχαίων γεγονότων. Άραγε, πόσο ελεύθερος είναι κανείς να αποφασίζει για τη ζωή του; Πόσα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς αν δεν ήμασταν στο τάδε μέρος, την τάδε στιγμή, την τάδε ώρα;


Συνέντευξη: Νεκταρία Πουλτσίδη
Επ. Άρθρου:-  Βασιλική Μπούζα/
Βιντεο:-  Νάγια Γ.Μητροπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname