Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Συνέντευξη με την Βάσια Τζανακάρη

Οι Θεματοφύλακες Βιβλίων έχουν την χαρά να φιλοξενούν την Βάσια Τζανακάρη, μια νέα γυναίκα με τέσσερα προσωπικά έργα στο ενεργητικό της και πολλά άλλα μεταφρασμένα. Μας μιλάει για τον ρόλο του μεταφραστή σε ένα βιβλίο, αλλά και το πόσο σημαντική και δύσκολη είναι η δουλειά της. Ας την απολαύσουμε!

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Βάσια Τζανακάρη γεννήθηκε στις Σέρρες το 1980. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας στο ΕΚΠΑ. Ζει στην Αθήνα. Με το πρώτο της βιβλίο, Έντεκα μικροί φόνοι: Ιστορίες εμπνευσμένες από τραγούδια του Nick Cave (Μεταίχμιο) ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Διηγήματά της έχουν περιληφθεί σε συλλογικά έργα (Ελληνικά Ονόματα, Κέδρος) και έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και στο διαδίκτυο. Έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, διετέλεσε αρχισυντάκτρια του περιοδικού Ποπ+Ροκ ενώ τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά με τη μετάφραση. Το 2011 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της, το μυθιστόρημα Τζόνι & Λούλου (Μεταίχμιο). Το 2013 κυκλοφόρησε το παιδικό της βιβλίο Ένα δώρο για τον Τζελόζο (Μεταίχμιο).

H Βάσια Τζανακάρη μιλάει για το μυθιστόρημα της Τζόνι και Λούλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Καλησπέρα κυρία Τζανακάρη. Καταρχήν να σας ευχαριστήσουμε για τον χρόνο που θα αφιερώσετε για να μας παραχωρήσετε τη συνέντευξη για το Blog μας «Θεματοφύλακες Βιβλίων». Ξεκινώντας, θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για εσάς.

Γεννήθηκα στις Σέρρες το 1980 και μεγάλωσα εκεί. Σπούδασα Αγγλική Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και έκανα μεταπτυχιακές σπουδές Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Δούλεψα κάποια χρόνια ως δημοσιογράφος και για ένα διάστημα ήμουν αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Ποπ+Ροκ. Το 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο Έντεκα μικροί φόνοι: ιστορίες εμπνευσμένες από τραγούδια του Nick Cave. Έχω γράψει επίσης ένα μυθιστόρημα, το Τζόνι & Λούλου (2011), τη συλλογή διηγημάτων Η καρέκλα του κυρίου Έκτορα (2014) και ένα βιβλίο για παιδιά με τίτλο Ένα δώρο για τον Τζελόζο (2013), όλα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Θα με βρείτε επίσης σε διάφορες συλλογές παρέα με καλούς συναδέλφους μου. Από το 2010 εργάζομαι ως μεταφράστρια, έχω συνεργαστεί με εκδοτικούς οίκους όπως το Μεταίχμιο, ο Ίκαρος και ο Ψυχογιός, ενώ από το 2014 διδάσκω μετάφραση εξ αποστάσεως στη σχολή meta|φραση.

Η μετάφραση βιβλίων ήταν κάτι που σας άρεσε ή απλά έτυχε;

Ο τρόπος απόδοσης της αγγλικής στα ελληνικά ήταν κάτι που πάντα με ενδιέφερε, απ’ όταν ως σινεφίλ έφηβη έδινα μεγάλη προσοχή στους υπότιτλους. Αλλά και η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης με τράβηξε από πολύ νωρίς – τα μαθήματα μετάφρασης ήταν τα αγαπημένα μου στο προπτυχιακό μου. Με κάποιο τρόπο, ήξερα ότι ήταν μια δουλειά που μου ταίριαζε, έτσι την επιδίωξα.

Πώς νιώθετε όταν διαβάζετε ένα ξένο βιβλίο στην πρωτότυπη γλώσσα του και μετά στα ελληνικά;

Ανήκω σε εκείνους που δεν ξαναδιαβάζουν τα βιβλία που έχουν γράψει. Έτσι δεν ξαναδιαβάζω και τα βιβλία που μεταφράζω. Γενικά, πλέον δύσκολα μπορώ να διαβάσω αγγλικό κείμενο καθαρά για την απόλαυσή μου. Ή μάλλον, παρόλο που το απολαμβάνω, σκέφτομαι διαρκώς και χωρίς να το θέλω μεταφραστικές επιλογές. Το ίδιο μου συμβαίνει κι όταν διαβάζω ένα βιβλίο μεταφρασμένο στα ελληνικά. Σκέφτομαι συνέχεια πώς να ήταν το πρωτότυπο κείμενο και πώς θα χειριζόμουν εγώ συγκεκριμένα σημεία που μου τραβάνε την προσοχή. Φαντάζομαι πως είναι μια από τις κατάρες του επαγγέλματος.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αποδοθεί ένα κείμενο στα ελληνικά; Πώς αντιμετωπίζετε τυχόν δυσκολίες σε θέματα όπως ακριβούς απόδοσης της λέξης;

Κατά τη γνώμη μου, η μετάφραση είναι από τις δυσκολότερες δουλειές στον χώρο του βιβλίου, καθώς μιλάμε για ανάπλαση κειμένου: ο μεταφραστής ή η μεταφράστρια δημιουργεί ένα κείμενο από την αρχή, έχοντας όμως την υποχρέωση να μεταφέρει αυτούσια τα νοήματα και να διατηρήσει το ύφος του συγγραφέα. Πρόκειται για μια πολύ λεπτή ισορροπία. Το πώς αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες έχει να κάνει με τη φύση τους. Το θέμα στη μετάφραση, όμως, δεν είναι μόνο η ακριβής απόδοση μιας λέξης. Νοήματα, υφές, χιούμορ, ύφος, μουσικότητα, υπάρχουν τόσα πράγματα που αξίζει να διατηρηθούν, δεν χάθηκε ο κόσμος για μια λέξη.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι το ξένο βιβλίο χάνει στη μετάφραση. Ως ειδική πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο ισχύει;

Στη μετάφραση χάνεται σε έναν βαθμό η ακριβής αίσθηση της γλώσσας, γιατί δημιουργείται ένα κείμενο σε μιαν άλλη γλώσσα, κι αυτό είναι αναμενόμενο· αυτό το «χάσιμο» δεν μαρτυρά έλλειψη ή απώλεια, υπάρχουν τεχνικές αναπλήρωσης, σύμφωνες με την αρχή της ισοδυναμίας. Πολλές φορές, βέβαια, μπορεί να υπάρξουν απώλειες που δεν αναπληρώνονται: να χαθεί το χιούμορ, ο ρυθμός, το ύφος, το λογοπαίγνιο. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά, πρέπει να διατηρούνται στο μέτρο του δυνατού, και είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά στο χέρι του μεταφραστή.

Έχετε κάποια κριτήρια με τα οποία επιλέγετε τους συγγραφείς τους οποίους θα μεταφράσετε;

Το κόστος ζωής και οι συνθήκες στην αγορά εργασίας δεν αφήνουν περιθώρια σνομπισμού, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τους νέους μεταφραστές.

Η εκάστοτε μετάφραση έχει και δικά σας συγγραφικά στοιχεία (ειδικά σε σημεία όπου το πρωτότυπο δεν μπορεί να αποδοθεί με ακρίβεια στα ελληνικά) ή παραμένετε πιστή στο αυθεντικό κείμενο;

Νομίζω πως το ύφος ενός συγγραφέα βγαίνει και στις μεταφράσεις του – είναι αναπόφευκτο μάλλον. Η πίστη είναι δεδομένη και απαιτούμενη, τη στιγμή που έχουμε ένα προϊόν, γιατί, είτε μας αρέσει είτε όχι, το βιβλίο είναι ένα προϊόν, επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για «ωραίες άπιστες» καθώς δεν υπάρχει περιθώριο πειραματισμών στον εκδοτικό χώρο· οφείλουμε να είμαστε πιστοί στον συγγραφέα. Είναι αφελές να θεωρούμε ότι ο μεταφραστής είναι ανύπαρκτος και μεταφέρει απλώς τη φωνή του συγγραφέα. Πάντα υπάρχει κι η δική του φωνίτσα κάπου στο βάθος. Και έτσι πρέπει να είναι. Άλλωστε, για πολλούς θεωρητικούς της μετάφρασης, όπως ο Venuti, η διαφάνεια του μεταφραστή αποτελεί τεράστιο πρόβλημα στις μεταφραστικές πρακτικές, σε ό,τι αφορά τις μειονοτικές γλώσσες, όπως είναι η ελληνική.

Τι αποκομίζετε εσείς ως Βάσια μέσα από τις μεταφράσεις;

Είναι μια διαδικασία δημιουργική, γεμάτη προκλήσεις, που μου προσφέρει γνωριμία με νέους συγγραφείς, γνώσεις, γλωσσικό πλούτο. Ταυτόχρονα, όμως, είναι κουραστική και ψυχοφθόρα. Είναι επίσης ένα επάγγελμα που σε κλείνει στο σπίτι. Τις βροχερές μέρες, αυτό το λες καλό. Στην Ελλάδα όμως δεν βρέχει και πολύ συχνά.

Όταν κάποιο από τα βιβλία που έχετε μεταφράσει γνωρίζει επιτυχία, αισθάνεστε ότι έχετε συμβάλει και εσείς σε αυτό;

Έτσι αισθάνομαι, γιατί, ξέρετε, σπάνια ακούμε καλή κουβέντα οι μεταφραστές. Συνήθως κάποιος σου υποδεικνύει τη λεπτομέρεια της λεπτομέρειας που σου ξέφυγε. Επομένως, ναι, αν ένα βιβλίο πάει καλά, νιώθω ότι κάπως έχω βάλει κι εγώ το χεράκι μου.

Κλείνοντας και αφού σας ευχαριστήσω και πάλι για τον χρόνο που μας αφιερώσατε, θα ήθελα να μας πείτε την άποψή σας για το βιβλίο «Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό». Πόσο εύκολο ήταν να μεταφραστεί από άποψη θεματολογίας; Η απαγωγή ενός παιδιού είναι από μόνη της ένα συγκλονιστικό γεγονός. Διαβάζοντας τις ανησυχίες της μητέρας, τις σκέψεις του ίδιου του παιδιού, πόσο σας επηρέασε, όντας και η ίδια μητέρα;

Πιστέψτε με, έχω μεταφράσει πολύ πιο σκληρά πράγματα. Το βιβλίο είναι καλογραμμένο και έχει έντονο το στοιχείο του παραμυθιού, επομένως ως μεταφράστρια με απασχόλησαν περισσότερο τα γλωσσικά / αισθητικά στοιχεία. Ένα παράδειγμα είναι ο διαφορετικός τρόπος που έπρεπε να μιλάει η μικρή Κάρμελ σε σχέση με τη μαμά της. Είναι πάντως ένα πολύ συγκινητικό βιβλίο και, παρόλο που το θέμα του είναι δύσκολο, δεν σου αφήνει πικρή αίσθηση.


Για τους Θεματοφύλακες Βιβλίων
Χρυσή Αγγελίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname