Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Η συγγραφέας του φανταστικού C.L. Moore

Από την Ευθυμία Δεσποτάκη

Κάποιες φορές αναρωτιέμαι αν το φανταστικό είναι αντρική υπόθεση.

Δεν είναι.

Κι όχι μόνο δεν είναι αλλά πολλές φορές θα διαβάσω κάτι που θα μοιάζει παράξενα άγριο, παράξενα αιματηρό, παράξενα πολεμοχαρές. Και πίσω του θα κρύβεται ένα γυναικείο πρόσωπο.

Όπως αυτό της C.L. Moore, που κυκλοφόρησε πολλά έργα της σε έντυπα της εποχής με τα αρχικά της, για να μην την αποπάρει το κοινό, επειδή ήταν γυναίκα. Αν και η ίδια έλεγε πως το έκανε για να μην την αποπάρει ο εκδότης της…

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Catherine Lucille Moore γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1911 στην Αμερική και μεγάλωσε «τρεφόμενη αυστηρά με ελληνική μυθολογία, βιβλία για το Οζ και κείμενα του Έντγκαρ Ράις Μπάρροουζ». Ήταν ο μόνος τρόπος που είχε για να ξεσκάει, μιας και ήταν πολύ φιλάσθενη σαν παιδί κι έπρεπε συχνά να μένει στο σπίτι. Κατάφερε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα, αλλά τα χρόνια του Μεγάλου Κράχ την ανάγκασαν να παρατήσει τις σπουδές και να πέσει στη βιοπάλη. Βρήκε μια δουλειά ως γραμματέας σε μια τράπεζα στην Ιντιανάπολη, αλλά το μυαλό της δεν έβλεπε ισολογισμούς στη γραφομηχανή, έβλεπε ιστορίες.


Από τα φοιτητικά της χρόνια ακόμη, άρχισε να εκδίδει ιστορίες που σε πολλούς έμοιαζαν μ’ εκείνες του Λόρδου Ντάνσανυ. Η πρώτη της επαγγελματική δουλειά (για εκείνη την εποχή, επαγγελματική δουλειά ήταν να πουλήσεις μια μικρή νουβέλα ή διήγημα στα διάφορα περιοδικά τύπου παλπ που κυκλοφορούσαν) ήταν το 1933 με το περίφημο Σαμπλώ (Shambleau, μετ. Γιώργος Μπαλάνος, Η μαύρη δίψα & άλλες ιστορίες του Νόρθ. Σμιθ, Εκδόσεις Locus-7,  2002). Σε αυτό πρωτοεμφανίστηκε ο ένας από τους δύο πιο σημαντικούς της ήρωες, ο Νορθγουέστ Σμιθ, ένας γοητευτικός παράνομος, που γυρίζει στο σύμπαν και μπλέκεται σε περιπέτειες που δοκιμάζουν την αίσθηση του του δικαίου. Αν ο Σμιθ σας φαίνεται  γνωστή φυσιογνωμία, είναι γιατί το παράδειγμά του ακολούθησαν πολλοί άλλοι space cowboys –ναι, το στυλ του κειμένου είναι «διαστημογουέστερν», το πρώτο του είδους του-, ακόμα και τηλεοπτικοί όπως ο Μάλκολμ Ρέινολντς, ο αγαπημένος μας καπετάνιος του Firefly.

Πριν το κοινό συνέλθει από τη γοητεία του τυχοδιώκτη Σμιθ, η Μουρ επιστρέφει με τον δεύτερο ήρωά της, ταράζοντας τα νερά. Η Τζάιρελ του Τζόιρι είναι γυναίκα, είναι πολεμίστρια και συχνά κάνει επιλογές πολύ σκληρές για το φύλο της προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις περιστάσεις: προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα με τους κατακτητές τους βασιλείου της, σε ένα μέρος που θυμίζει την μεσαιωνική Γαλλία, καταδέχεται να ανακατευτεί ακόμη και με το υπερφυσικό.


Η Τζάιρελ είναι η πρώτη γυναίκα πρωταγωνίστρια διηγήματος sword and sorcery. Είναι η πρώτη αμαζόνα, η πρώτη που θα συμμαχήσει ακόμα και με τον Μαύρο Θεό και θα πάρει το φιλί του στο ομώνυμο διήγημα (Black God’s Kiss, 1934) για να εκδικηθεί εκείνον που κατάκτησε την πατρίδα της. Είναι ταυτόχρονα κι εκείνη που πρώτη θα παραδεχτεί τον έρωτά της, όχι όμως πριν το τραγικό τέλος.

Κι όπως είναι φυσικό, η μοίρα επιφύλασσε μια παρόμοια τύχη και για την δημιουργό της. Η Κάθριν θα γνωρίσει μέσω αλληλογραφίας έναν άλλον ανερχόμενο αστέρα της φανταστικής λογοτεχνίας, τον Χένρυ Κάτνερ. Αρχικά, ενθουσιασμένος από τη γραφή της, αλλά αγνοώντας ότι είναι γυναίκα, ο Κάτνερ θα της στείλει ένα σωρό από γράμματα κι η έκπληξή του όταν εκείνη του το πει θα είναι πολύ μεγάλη. Όταν αργότερα συναντηθούν από κοντά, θα είναι ήδη αργά και για τους δύο: ερωτευμένοι τρελά, θα παντρευτούν το 1940, παρά τις σειρήνες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που ήδη ηχούν και πάνω από την Αμερική και παρά τα τέσσερα ολόκληρα χρόνια που εκείνη είναι μεγαλύτερη από εκείνον, πράγμα μάλλον σκανδαλώδες για την εποχή.


Και δε θα ενωθούν μόνο επί κλίνης, αλλά και επί χάρτου. Οι συγγραφικές του συνεργασίες θα εκδοθούν κάτω από ψευδώνυμα, όπως C. H. Liddell, Lewis Padgett και Lawrence O’Donnell. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ακόμα και τώρα είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε ποια κομμάτια των κειμένων αυτών τα έγραψε ο ένας και ποια ο άλλος. Ήταν το τέλειο συγγραφικό ζευγάρι. Το πιο διάσημο κοινό διήγημα τους, μεταφρασμένο και στα ελληνικά, είναι το τραγικά ψυχεδελικό «Ήταν Λιγνάθλια πολύ τα Σφουγγαροσχημάνια» (Mimsy were the Borongoves, μετ. Χριστίνα Μορφονιού, Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας, Εκδόσεις Λυχνάρι, 1997).

Ήταν τόσο τέλειοι μαζί, που θα μετακομίσουν στη Σάντα Μόνικα στην Καλιφόρνια το 1950 και θα προσπαθήσουν να τελειώσουν το κολέγιο. Παίρνουν πτυχίο το 1956, αλλά θα το χαρούν για λίγο μόνο: στις 4 Φεβρουαρίου 1958, ο Χένρυ πεθαίνει από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 42 μόλις ετών,  κι η τελειότητα θρυμματίζεται. Η Κάθριν δε θα ξαναγράψει διηγήματα, μόνο σενάρια για ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές. Μετά το δεύτερο γάμο της, το 1963, με τον Τόμας Ρέτζι, η Κάθριν Λουσίλ Μουρ δε θα ξαναγράψει πια ως το θάνατό της.


Η μοίρα ήταν σκληρή μαζί της. Όχι μόνο της στέρησε το ιδανικό της ταίρι, αλλά και την ίδια  τη σπιρτάδα του πνεύματός της. Πάλεψε πολλά χρόνια με την νόσο του Αλτζχάιμερ, σε σημείο που ο δεύτερος σύζυγός της ζήτησε να μην την τιμήσουν με ένα από τα πιο σημαντικά βραβεία, το Grand Master of the Science Fiction Writers of America,  γιατί η τελετή θα την μπέρδευε και θα την τρόμαζε.

Η Κάθρν Λουσίλ Μουρ πέθανε στις 4 Απριλίου 1987, αφήνοντας πίσω της μια ζωή σαν ταινία του ’40: σπιρτόζικη, πνευματώδη, πρωτοποριακή, παραγωγική και τέλος βαθιά τραγική, σαν τις ιστορίες της. Η γραφή της είναι σκληρή σαν αντρική και ταυτόχρονα, λυρική, με σπίθες τρυφερότητας που σπάνια συναντάς σε σκοτεινά κείμενα, έμεινε ανεπανάληπτη. Τα θέματά της, αιματηρά, αλλά ταυτόχρονα, σαν τον Νοργθγούεστ Σμιθ, καθαρτικά, με μια καλοζυγιασμένη άποψη για το τι είναι και τι δεν είναι επιτρεπτό στον άνθρωπο. Οι ήρωες της επιβιώνουν με νύχια και με δόντια, όπως επιβίωσε η γενιά της από την οικονομική καταστροφή και τον πόλεμο, και ταυτόχρονα ρομαντζάρουν, όπως εκείνη ρομαντζάριζε πάνω από τη γραφομηχανή της, την εποχή που, κοριτσάκι, ονειρευόταν την επιτυχία και την αναγνώριση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname