Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Συνέντευξη με την Αναστασία Καλλιοντζή.

"Το ταξίδι αυτό, που θα πάμε αγκαλιά. Σε πελάγη βαθιά, με οδηγό την καρδιά. Θα `χει και βοριά, μα και νύχτες πανσέληνες. Να φωτίζουν, τη δική μας στεριά...Έλα πάμε και αντίο μην λες". Η συγγραφέας που έγραψε για τον απόλυτο έρωτα, που τον αποθέωσε και τον πρόβαλε στην υπέρτατη αξία του, η Αναστασία Καλλιοντζή μας αφιερώνει μια όμορφη συνέντευξη. Απολαύστε την.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Αθήνα. Αποφοίτησα από τη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπι στημίου Θράκης το 1995 και από το 1997 ασκώ τη μαχόμενη δικηγορία, διατηρώντας δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα.

Εργογραφία:

  • Μη μου λες αντίο, 2000
  • Όλα ήταν τόσο, μα τόσο υπέροχα…, 2001
  • Πες πως ήταν όνειρο, 2003 
        [Επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο με τον τίτλο: 
        Πόσο λίγο κρατάει η ευτυχία το 2014]
  • Έσχατοι καιροί, 2005
  • Θυμάσαι;, 2006
  • Χαμένο χτες, 2009
  • Αγαστή συνεργασία, 2010
  • Παράνοια, 2011

Ένα βίντεο από τους Θεματοφύλακες Βιβλίων, για την συγγραφέα Αναστασία Καλλιοντζή και το βιβλίο της "Μη μου λες αντίο" που εκδόθηκε πρώτη φορά από τις εκδόσεις Λιβάνη το 2000 και επανεκδόθηκε τον Ιούνιο του 2016 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Καλησπέρα, κυρία Καλλιοντζή. Σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη και τον χρόνο που αφιερώνετε στο blog μας «Θεματοφύλακες Βιβλίων». Αρχίζοντας τη συνέντευξή μας, δεν θα μπορούσα να μη σας αναφέρω ότι έχω διαβάσει όλα σας τα βιβλία, ότι όλα έχουν κάτι το ξεχωριστό. Κάτι το οποίο όλοι οι αναγνώστες διέκριναν και για αυτό σας ξεχώρισαν. Γι’ αυτό και αναρωτιούνται γιατί αποσυρθήκατε από τη συγγραφή; 

Κι εγώ ευχαριστώ θερμά για την ευγενική σας πρόσκληση, με τιμάτε! Επί της ουσίας δεν έχω αποσυρθεί από τη συγγραφή. Γράφω επί καθημερινής βάσεως, για του λόγου το αληθές έχω δύο καινούργια βιβλία μισοτελειωμένα. Για να είμαι ειλικρινής, ωστόσο, δεν βιάζομαι να τα τελειώσω. Σε τέτοιους καιρούς, ακραίας οικονομικής κρίσης, ο βιοπορισμός έχει γίνει ανάγκη επιτακτικά πιεστική. Από την άλλη, η συγγραφή για μένα είναι μια επίπονη διαδικασία, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Όταν γράφω, δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο, αδυνατώ, αποσύρομαι από τα δρώμενα και κλείνομαι στον κόσμο του βιβλίου που υφαίνω. Αν σταματήσω να εξασκώ το επάγγελμα στο οποίο βασίζω τον βιοπορισμό μου -είμαι δικηγόρος- τότε θα βρεθώ σε πραγματικά δύσκολη θέση, διότι δεν έχω άλλες πηγές εισοδημάτων πέρα από τη δουλειά μου. Ωστόσο μια μέρα θα επανέλθω. Δυναμικά. Αυτό δεν είναι απλώς υπόσχεση, είναι δέσμευση.

Το τελευταίο βιβλίο σας ήταν η «Παράνοια». Διαβάζοντάς το σκέφτηκα ότι ήταν προάγγελος της κρίσης που επακολούθησε. Αλήθεια, φανταζόσασταν ότι τα πράγματα θα έφταναν σε αυτό το σημείο; 

Την «Παράνοια» ξεκίνησα να τη γράφω το 2010, λίγο πριν μπει η χώρα μας στον χορό των μνημονίων και των επακόλουθων δεινών. Η αλήθεια είναι ότι λόγω της ιδιότητάς μου ως δικηγόρου έβλεπα εδώ και αρκετά χρόνια διάφορα περίεργα συμπτώματα που δεν ταίριαζαν με την ευμάρεια που ζούσαμε τότε. Π.χ. δεν ήταν λογικό σε καιρούς παχιών αγελάδων να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο τα εκθέματα των ακάλυπτων επιταγών στα ποινικά δικαστήρια καθώς και οι αιτήσεις για κήρυξη σε πτώχευση. Ήταν παράδοξο αυτό, και όλοι εμείς που λόγω επαγγέλματος τα ζούσαμε αυτά εκ των έσω, απορούσαμε κι αναρωτιόμασταν τι έμελε γενέσθαι. Δυστυχώς, η πραγματικότητα ξεπέρασε ακόμα και τη φαντασία μου. Φανταζόμουν ότι κάτι θα ξεσπούσε, αλλά αυτό το βαρέλι δίχως πάτο… όχι, δεν ήθελα καν να το φανταστώ.

Επηρέασε η κατάσταση της Ελλάδας την απόφασή σας να αποσυρθείτε από τη συγγραφή; 

Όπως είπα και πιο πάνω, δεν έχω αποσυρθεί από τη συγγραφή. Ας πούμε ότι έπειτα από οχτώ βιβλία στο ενεργητικό μου, απέκτησα το δικαίωμα να επιλέξω τον κατάλληλο, κατά τη γνώμη μου, χρόνο για να επανέλθω με ολοκαίνουργιο βιβλίο. Παρ’ όλ’ αυτά, οφείλω να ομολογήσω πως ναι, η κατάσταση της Ελλάδας με έχει επηρεάσει βαθιά. Φύσει τε και θέσει κοινωνικό ον, και πλήρως ενταγμένη στον κοινωνικό ιστό, βιώνω έντονα το φαινόμενο.

Πραγματικά, η πένα σας λείπει από τον χώρο της ανάγνωσης. Σκέφτεστε να επανέλθετε ή αυτό το κομμάτι έχει κάνει τον κύκλο του για σας; Νιώθετε ότι δεν έχετε κάτι άλλο να προσφέρετε –οπότε από το να αναλώνεστε στα ίδια και στα ίδια, προτιμάτε να απέχετε– ή δεν έχετε τον απαιτούμενο χρόνο που θα θέλατε να αφιερώσετε; 

Πάρα πολύ ωραίες ερωτήσεις, και θα έλεγα πως απαντάτε εσείς για μένα. Πολύ σωστά, δεν μου αρέσει καθόλου να αναλώνομαι στα ίδια και στα ίδια. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκύπτει σε πεπατημένες. Περαιτέρω, όπως προείπα, τούτο τον καιρό προέχει ο βιοπορισμός. Ως δικηγόρος μάλιστα έχω την αίσθηση ότι προσφέρω περισσότερα στον σκληρά δοκιμαζόμενο κόσμο. Το να μην αισθάνεται απροστάτευτος και εκτεθειμένος σε αυτή τη λαίλαπα, με κάνει να νιώθω ότι στους καιρούς μας η δουλειά μου ως δικηγόρου είναι λειτούργημα… Ναι, υπόσχομαι πως θα επανέλθω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς! Η συγγραφή είναι μια φυσική ανάγκη, που πρέπει πάση θυσία να εκτονωθεί. Λίγη υπομονή! Άλλωστε όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας, «το καλό πράγμα αργεί» ;)

Με την ευκαιρία της επανέκδοσης του βιβλίου σας «Μη μου λες αντίο», θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς σας επηρέασε η ζωή σας στην Κομοτηνή. Είχατε ακούσει ιστορίες παρόμοιες με αυτή του βιβλίου κατά τη διάρκεια των σπουδών σας εκεί; 

Η ζωή μου στην Κομοτηνή με επηρέασε καταλυτικά. Έγινα ένα με την πόλη, και φρόντισα να αποκτήσω δεσμούς με όλους της τους κατοίκους, και χριστιανούς και μουσουλμάνους, ακόμα και τότε που ήμουν ένα ενθουσιασμένο παιδί που πήγαινε να σπουδάσει νομικά για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, και η συγγραφή ούτε που μου περνούσε από το μυαλό. Η Κομοτηνή, το ξέρετε, είναι μια πόλη μαγική! Χρώματα, αρώματα, εμπειρίες, ένα αληθινό καλειδοσκόπιο, είναι αδύνατον να αφήσει ανεπηρέαστο τον οποιονδήποτε. Εμένα προσωπικά, η τετράχρονη παραμονή μου εκεί σημάδεψε τη ζωή μου, με καθόρισε. Εκείνα τα χρόνια που ζούσα εγώ στην Κομοτηνή δεν είχε τύχει να ακούσω κάποια παρόμοια ιστορία, ωστόσο όμως κάλλιστα θα μπορούσε να συμβαίνει ή να συμβεί. Ο έρωτας είναι έξω από τις λογικές του κόσμου τούτου… Γιατί όχι;

Να σας πω ότι όταν το διάβαζα, εκτός του ότι ένιωσα περήφανη για την πόλη μου (μιας και είμαι από την Κομοτηνή) και για μία ακόμα φορά συνειδητοποίησα πόσο όμορφος είναι ο τόπος μου, σκεφτόμουν ότι εγώ στη θέση της πρωταγωνίστριας θα είχα απομακρυνθεί. Τώρα, βέβαια, σκέφτομαι τελείως διαφορετικά. Πιστεύετε ότι έχουν αλλάξει οι καταστάσεις, οι συνθήκες, ο τρόπος σκέψης και οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο λαούς; 

Σε ένα παγκόσμιο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι όπου όλα μεταβάλλονται και αλλάζουν, θεωρώ πως ναι, έχουν αλλάξει και οι καταστάσεις και οι συνθήκες και ο τρόπος σκέψης και οι σχέσεις. Βέβαια αυτό έχει μεγαλύτερη πρακτική σημασία όταν μιλάμε για τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, διότι στην Κομοτηνή μιλάμε για Έλληνες πολίτες που απλώς διαφέρουν στο θρήσκευμα. Στη θέση της Χριστίνας, αν ήμουν εγώ, ξέρω ακριβώς τι θα έκανα: θα ζούσα τον έρωτά μου, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, φοβούμαι όμως πως το πράγμα θα σκάλωνε κάπου παρακάτω - και μάλλον όχι από δική μου υπαιτιότητα. Δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα με τους αλλόθρησκους, όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο είναι εικόνες Θεού, όμως δεν επρόκειτο να κάνω καμία υποχώρηση σε θέματα πίστης. Αν ο σύντροφός μου προσπαθούσε με τον οποιονδήποτε τρόπο να με αποσπάσει από την ορθόδοξη πίστη μου, ναι, θα είχαμε πρόβλημα. 

Κάτι άλλο που ήθελα πάντα να σας ρωτήσω είναι γιατί δεχτήκατε να αλλάξει το τέλος στην τηλεοπτική σειρά. 

Διότι εγώ ήμουν απλώς η συγγραφέας του βιβλίου που αποτέλεσε το υλικό για να γραφτεί το σενάριο της τηλεοπτικής σειράς. Δεν έγραψα το σενάριο εγώ. Όταν ο Μανουσάκης μου ζήτησε να συναντηθούμε για να μιλήσουμε για το βιβλίο και την πιθανότητα να μεταφερθεί στη μικρή οθόνη, δώσαμε τα χέρια έπειτα από μια ώρα κουβέντας κι αυτό ήταν. Ο λόγος μας εκατέρωθεν ήταν το δικό μας συμβόλαιο. Του είπα πως τον εμπιστεύομαι απόλυτα, και ότι δεν θα ανακατευτώ στη δουλειά του ούτε θα μπλεχτώ στα πόδια του σεναριογράφου. Κράτησα τον λόγο μου, εκείνος τον δικό του, και οι σχέσεις μας είναι αγαπητικές και αδιατάρακτες από τότε κι όλα αυτά τα χρόνια που ακολούθησαν. Εκτιμώ πως έκανε θαυμάσια δουλειά!

Εγώ προσωπικά περίμενα το τέλος που δώσατε στο βιβλίο, ίσως κυρίως επειδή ξέρω πώς είναι η κατάσταση στην Κομοτηνή και πόσο δύσκολο είναι να ανθίσει ένας έρωτας ανάμεσα σε μια χριστιανή και έναν μουσουλμάνο. Δεν σκεφτήκατε ότι θα ήταν καλύτερο να γνωρίσουν και όσοι δεν έχουν επαφή με τη Θράκη τις δυσκολίες που υπάρχουν στην ιδιόμορφη αυτή συνύπαρξη; 

Φρονώ ότι στο βιβλίο προσπάθησα να αποτυπώσω τον τρόπο ζωής της κάθε πλευράς με ειλικρίνεια και καθαρή ματιά, απαλλαγμένη από τη θολούρα της όποιας προσωπικής μου άποψης. Νομίζω πως το κατάφερα, αν κρίνω από τα σχόλια και των δύο πλευρών. Αυτό που για μένα προέχει είναι να γνωρίσει ο κόσμος την Κομοτηνή. Γιατί αυτό που οι ντόπιοι αποκαλούν «ιδιόμορφη συνύπαρξη» είναι, κακά τα ψέματα, αυτό που δίνει στην Κομοτηνή αυτό το ιδιαίτερο, μοναδικό χρώμα, που την καθιστά ξεχωριστή, αλησμόνητη, αναντικατάστατη.

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο συγγραφέα, ο οποίος προσπαθεί να κάνει τα πρώτα του βήματα σε μια δύσκολη εποχή; 

Να μη φοβάται. Να κυνηγήσει το όνειρό του, να επικοινωνήσει στον κόσμο τις σκέψεις του και το θυμικό του, να εξασκήσει το δώρο του Θεού με τιμιότητα και προσωπική αλήθεια και ποτέ μα ποτέ να μην υποκύψει σε πεπατημένες του στιλ «αυτά θέλει ο κόσμος» ή σε Σειρήνες που υπόσχονται λεφτά και δόξες. Τα λεφτά τρώγονται εύκολα, η δόξα είναι πρόσκαιρη και εφήμερη, το βιβλίο είναι το μόνο που μένει και περνάει τον συγγραφέα του στην αθανασία…

Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσω και πάλι για τον χρόνο που μας αφιερώσατε, θα ήθελα να μας πείτε ποια είναι η έκφραση, γνωμικό, που χαρακτηρίζει τη ζωή σας. 

«Πρώτα ο Θεός» και «Δόξα τω Θεώ». Με όλη μου την καρδιά.

Για το βιβλίο..
Μη μου λες αντίο 


Η μοίρα θα φέρει κοντά δύο ανθρώπους που κανονικά δεν θα συναντιούνταν ποτέ. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας.

Ένας έρωτας απρόβλεπτος, απόλυτος και καταλυτικός, καταστροφή αλλά και αναγέννηση, παράδεισος και κόλαση, από αυτούς τους έρωτες που είναι τόσο τέλειοι, ώστε να προκαλούν τη μήνι των θεών, ένα ασυγκράτητο πάθος που αναζητά απελπισμένα την ολοκλήρωσή του, με κάθε θυσία, με κάθε τίμημα. Κι όλα αυτά με φόντο την πόλη της Κομοτηνής, που όσοι πέρασαν από εκεί, έστω και για λίγο, την κουβαλάνε πάντα μέσα τους και νιώθουν παντοτινά αποτυπωμένο σε κάθε μόριο του κορμιού τους το άρωμα Ανατολής που αποπνέει.

Πρώτη έκδοση από τις εκδόσεις Λιβάνη το 2000.

Χρόνος έκδοσης από τις εκδόσεις Μεταίχμιο: Ιούνιος 2016

Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον σκηνοθέτη Μανούσο Μανουσάκη και πρωταγωνιστές τη Θάλεια Ματίκα και τον Μέμο Μπεγνή.


Συνέντευξη:Χρυσή - Σίσσυ Αγγελίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname