Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Συνέντευξη για την Νίκη Μπλούτη – Καράτζαλη.

    Σήμερα θα γνωρίσουμε την συγγραφέα κυρία Νίκη Μπλούτη – Καράτζαλη και το νέο της συγγραφικό έργο «Κάποτε στον … Παράδεισο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Όστρια.
      Ελάτε να ταξιδέψουμε στη τρυφερή ιστορία, δυο μικρών ορφανών που μεγαλώνουν στο χωριό τη δεκαετία του ’70, στις γειτονιές που μοσχοβολούσαν γιασεμιά και βασιλικούς. Ας περπατήσουμε μαζί αναπολώντας το χθες!  Νοσταλγώντας τα παιδικά μας χρόνια, τότε που τα ήθη, τα έθιμα κι οι παραδόσεις μας, ήταν αλληλένδετα με την καθημερινότητά μας.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ ένα χωριό της Λιβαδειάς, κοντά στη φύση και στα χρώματά της. Έχω μια υπέροχη οικογένεια, με τρία παιδιά. Οι γονείς μου μ’ έμαθαν από μικρή να μυρίζω και ν’ ανταμώνω την ευτυχία στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα της ζωής… Όπως, να ταξιδεύω την ψυχή μου μέσα από ένα καλό βιβλίο ή να κεντάω με τη φαντασία μου ιστορίες άλλων ανθρώπων, που θα μπορούσαν κάποιες απ’ αυτές –γιατί όχι– να ’ναι κι αληθινές. Με το μυθιστόρημα “Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα”, από τις πρότυπες εκδόσεις Πηγή, έκανα τα πρώτα μου βήματα στα μονοπάτια της λογοτεχνίας.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ


Καλησπέρα, κυρία Νίκη Μπλούτη – Καράτζαλη. Να σας ευχηθώ καλοτάξιδο το καινούργιο σας βιβλίο, «Κάποτε στον … Παράδεισο» και να σας ευχαριστήσω για τη συνέντευξη που παραχωρείτε στο blog μας, «Θεματοφύλακες Βιβλίων». Θα ήθελα αρχικά να μας πείτε λίγα λόγια για το βιβλίο και τους ήρωες του.

Καλησπέρα και σε σένα. Κατ’ αρχήν να σ’ ευχαριστήσω κι εγώ με τη σειρά μου για την ευκαιρία που μου δίνεις, μέσα απ’ αυτή τη συνέντευξη να μιλήσω για το καινούργιο μου βιβλίο. Οι ‘’Θεματοφύλακες Βιβλίων’’ είναι μια σελίδα με μεγάλο ενδιαφέρον για όσους αγαπούν τα βιβλία και όσους θέλουν να μαθαίνουν περισσότερα για τις καινούργιες κυκλοφορίες. Σας εύχομαι να συνεχίσετε την αξιέπαινη δουλειά σας λοιπόν, με το ίδιο σθένος και την αγάπη που δείχνετε για το κάθε βιβλίο ξεχωριστά.

Το ‘’Κάποτε… στον Παράδεισο’’ είναι η τρυφερή ιστορία, δυο μικρών ορφανών που μεγαλώνουν στο χωριό τη δεκαετία του ’70, κάτω από τις φτερούγες της τσαούσας γιαγιάς τους. Ο δεκάχρονος ορφανός Δημοσθένης μας σεργιανάει με τον λιτό κι απέριττο λόγο του στα σοκάκια του χωριού του, στις γειτονιές που μοσχοβολούσαν γιασεμιά και βασιλικούς. Περπατάμε μαζί του στα μονοπάτια του χθες και νοσταλγούμε τα παιδικά μας χρόνια, τότε που τα ήθη, τα έθιμα κι οι παραδόσεις μας, ήταν αλληλένδετα με την καθημερινότητά μας. Η ντοπιολαλιά του χωριού και τα παρατσούκλια των χωριανών μας διασκεδάζουν… Γελάμε γάργαρα κι αβίαστα με το χιούμορ του μικρού αφηγητή και συγκινούμαστε, όταν το βλέμμα μας σκοντάφτει πάνω στις έγνοιες που τον βασανίζουν καθημερινά, από τότε που ‘μελλε να ‘ναι αυτός ο άντρας του σπιτιού! 

            Μέσα απ’ την αγνή, παρθενική ματιά του ο μικρός, μας υφαίνει περίτεχνα στον      αργαλειό της καθημερινότητάς τους, τις χαρές και τις λύπες τους, τους φόβους και τους εφιάλτες του. Με πινελιές περίσσιας αγάπης μας ζωγραφίζει τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα… ‘Ωσπου θα φτάσει σ’ εκείνη τη ‘’μαύρη’’ γι’ αυτόν μέρα, που έρχεται αντιμέτωπος μ’ ένα φοβερό μυστικό, ικανό να σημαδέψει τη ζωή του για πάντα, αφού του άνοιξε περίεργους λογαριασμούς με τη μάνα του, που βρίσκεται πια κοντά στο Θεό. ‘Όμως, ο μικρός Δημοσθένης είναι σίγουρος πως όταν συναντηθούνε κάποτε εκεί ψηλά, όπως τον βεβαίωσε ο παπαδονονός του, θα πάρει τις απαντήσεις που θέλει από εκείνη. ‘’Κάποτε… στον Παράδεισο!’’

Η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, και συγκεκριμένα του Δημοσθένη. Πώς μία γυναίκα μπορεί να γράψει μέσα από την οπτική γωνία ενός άντρα;

Προσπάθησα πολύ στην αρχή να δω τον κόσμο μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού κι ειδικά αγοριού. Καθώς κυλούσε η ιστορία όμως, ο μικρός με παρέσυρε από μόνος του και με γοήτευσε με τις αντιδράσεις και το χιούμορ του.  Ο Δημοσθένης είναι ένας μικρός άντρας, ένας νεαρός που από νωρίς βλέπει τη σκληρή πλευρά της ζωής και καλείται να την αντιμετωπίσει. Ο αγώνας του είναι όπως η παιδική του ψυχή. Σοβαρός αλλά και ανάλαφρος, μια και οι λύπες δε σημαδεύουν ανεξάλειπτα την παιδική ψυχή, στην οποία συνήθως πλεονάζει η αισιοδοξία, αφού το μέλλον με τους πλατιούς δρόμους απλώνεται μπροστά από τα παιδιά.

Πώς σας ήρθε η έμπνευση για την συγκεκριμένη ιστορία; Από προσωπικές ιστορίες που έχετε ακούσει, ή είναι καθαρά μυθοπλασία;

Είναι και τα δυο. Υπάρχουν πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία, όπως και πολλές ιστορίες αληθινές που διαδραματίστηκαν στο χωριό μου εκείνα τα χρόνια, όταν κι εγώ ήμουν ακόμα παιδί, στην ηλικία του μικρού Δημοσθένη περίπου.  Αυτό το βιβλίο, είναι γεμάτο από όμορφες αναμνήσεις, που φύλαξα  στο σεντούκι της καρδιάς μου, σαν πολύτιμο και ανεκτίμητο θησαυρό. Αναμνήσεις μυρωδάτες, από γιασεμιά και νυχτολούλουδα, βασιλικούς και κατιφέδες, που στόλιζαν όλους τους κήπους και τις αυλές του χωριού μου. Μοσχοβολούσανε οι γειτονιές του την άνοιξη, που σεργιανάγαμε όλα  τα  παιδιά στους δρόμους και τις υπέροχες τότε Κυριακές που φορούσαμε τα καλά μας, για να σταθούμε μετά την εκκλησιά στην πλατεία και να ευχαριστηθούμε ξέγνοιαστα το παιχνίδι.   Μέσα στις σελίδες του περπάτησαν άνθρωποι αγαπημένοι, που οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι πια, στον δικό τους ‘’παράδεισο’’. Οι πιο πολλές από τις ιστορίες του είναι αληθινές, όπως αυτές που περιγράφουν τις γιορτές και τα έθιμά μας. Κι αυτές, που περιγράφουν τη χαρά μας όταν μας έφεραν για πρώτη φορά το τηλέφωνο ή το σινεμά στο χωριό μας!

Το βιβλίο αναφέρει ήθη, έθιμα, παραδόσεις του τόπου μας και την ντοπιολαλιά της περιοχής όπου εξελίσσεται η ιστορία. Υποθέτω ότι κάνατε και την ανάλογη έρευνα, πόσο γοητευτικό είναι το κομμάτι της έρευνας;

Πολύ γοητευτικό, όπως ακριβώς το χαρακτηρίσατε και δύσκολο συγχρόνως.   Ευτυχώς που υπάρχουν πάντα κάποιοι ευαίσθητοι και χαρισματικοί άνθρωποι, που μας σεργιανούν με την  πένα τους στα μονοπάτια του ‘’χθες’’ και μας δίνουν την ευκαιρία να μάθουμε πολλά πράγματα για τον τόπο μας και την ιστορία του. Αναφέρομαι στους λαογράφους συγγραφείς, των οποίων θαυμάζω και σέβομαι το έργο τους, γνωρίζοντας πόσος κόπος χρειάζεται να συλλέξεις και να αποτυπώσεις τις μνήμες πάνω σε μια λευκή κόλλα. Τα βιβλία μιας αξιαγάπητης λαογράφου, συντοπίτισσας κιόλας, της κυρίας Κωνσταντίνας Παπαλάμπρου, μου πρόσφεραν μεγάλη βοήθεια στο κομμάτι της παράδοσης.

Πιστεύετε ότι μέσα από την παρουσίαση ιστορικών, εθιμικών, παραδοσιακών στοιχείων για τον τόπο μας σε ένα μυθιστόρημα, μπορεί ο αναγνώστης να γνωρίσει καλύτερα την ιστορία;

Ναι το πιστεύω, γι’ αυτό και ακολούθησα αυτόν τον δρόμο στο βιβλίο μου. Η παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας, αποτελούν την πολιτισμική κληρονομιά μας. Όλες αυτές οι αξίες, είναι διαχρονικές κι αποτελούν την αλυσίδα που συνδέει τις γενιές μεταξύ τους, μας βοηθάνε να διατηρήσουμε την ιστορική μας φυσιογνωμία.

Ο μικρός Δημοσθένης έρχεται αντιμέτωπος με ένα τρομερό μυστικό από το παρελθόν της μητέρας του. Θα πάρει τις απαντήσεις, όπως του λέει ο παπαδονονός του, όταν τη συναντήσει κάπου εκεί ψηλά, στον παράδεισο. Πόσο αρκετό είναι αυτό; Ο άνθρωπος δεν αναζητά απαντήσεις εδώ; Τώρα; 

Ο μικρός Δημοσθένης, δεν μπορεί να πάρει τις απαντήσεις που θέλει δυστυχώς, από κανένα άλλο πρόσωπο παρά μονάχα απ’ τη μητέρα του, η οποία βρίσκεται πια κοντά στον Θεό. Όσο κι αν προσπαθεί η γιαγιά του να τον πείσει πως του λέει την αλήθεια, αυτός συνεχίζει να διατηρεί τις αμφιβολίες του και να βασανίζεται. Πιστεύει πως η γιαγιά του, του κρύβει κάποια πράγματα επειδή τον αγαπάει πολύ και δεν θέλει να τον στενοχωρήσει.

Τελικά, μήπως ο Δημοσθένης αναζητά τον παράδεισο, εδώ στη γη; Αυτό δεν αναζητάμε όλοι;

O Παράδεισος που αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου έχει δυο έννοιες. Η μια αφορά το τρομερό μυστικό από το παρελθόν της μητέρας του και η άλλη αφορά την ιστορία ολόκληρη που εξελίσσεται στον όμορφο τόπο μου. Ο Παράδεισος με λίγα λόγια, στη δεύτερη εκδοχή, είναι το ίδιο το χωριό μου εκείνα τα υπέροχα χρόνια, αλλά και σήμερα ακόμα, που παραμένει ένας μικρός Παράδεισος, για μένα τουλάχιστον. Ο καθένας μας πλάθει τον Παράδεισο όπως αυτός τον επιθυμεί ή τον φαντάζεται. Κι η αλήθεια είναι πως όλοι μας έχουμε ανάγκη από έναν Παράδεισο ακόμα κι εδώ στη γη, όπως είπατε. Υπάρχουν πιστεύω άνθρωποι που τον βρίσκουν εύκολα κι άλλοι που ψάχνουν ανώφελα, γιατί δεν αρκούνται στα ουσιώδη πράγματα. Κι αυτά για μένα, είναι τα πιο απλά πράγματα της ζωής που μας χαρίζει απλόχερα καθημερινά και μονάχα όταν τα χάνουμε είμαστε σε θέση ν’ αντιληφθούμε την ανεκτίμητη αξία τους.

Η γιαγιά, η αδερφή, οι γείτονες, το χωριό γενικότερα, πόσο επηρεάζουν τον Δημοσθένη; Ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος ασκούν ακόμα επιρροή στη ζωή μας;

Ο κοινωνικός περίγυρος επηρεάζει τη ζωή όλων μας, ιδιαίτερα των παιδιών.  Η οικογένεια πρωταρχικά ασκεί την μεγαλύτερη επιρροή στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Διαπλάθει τον χαρακτήρα του παιδιού, το βάζει στον δρόμο της αρετής και του καλλιεργεί τις ηθικές αξίες που είναι απαραίτητες για να προχωρήσει στη ζωή του. Μετά ακολουθεί το έμμεσο κοινωνικό περιβάλλον που συμβάλει σαφώς στην παιδεία του κάθε ατόμου, του μαθαίνει ν’ αναπτύσσει κοινωνικές αρετές, όπως η αλληλοβοήθεια, ο αλτρουισμός, η αγάπη για τον διπλανό μας. Άλλος σημαντικός  παράγοντας, είναι το σχολείο, που σφυρηλατεί την προσωπικότητα του παιδιού και διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες.  Όσο πιο κλειστή είναι πιστεύω μια κοινωνία, τόσο πιο δυνατός είναι ο σύνδεσμος μεταξύ των ανθρώπινων σχέσεων. Στο χωριό ή σε μια μικρή πόλη, πάντα υπάρχουν γύρω γνωστά και οικεία πρόσωπα, όπως ο γείτονας ή ο φίλος που μπορείς να στηριχτείς σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής σου ή να μοιραστείς μαζί τους, τις χαρές και τις λύπες σου, όπως κάνει ο μικρός ήρωας του βιβλίου.

Διαβάζοντας την περίληψη στο οπισθόφυλλο και βλέποντας το εξώφυλλο, πραγματικά μου κίνησε το ενδιαφέρον να το αγοράσω και να το διαβάσω. Πιστεύετε ότι ένα βιβλίο «κερδίζει» και «χάνει» από το εξώφυλλο και την περίληψη; Εσείς ασχοληθήκατε προσωπικά με αυτά τα δύο;

Σαφώς και κερδίζει ή χάνει από το εξώφυλλο, πολύ κιόλας, θα τολμούσα να πω. Ο τίτλος πρέπει να κεντρίσει τον αναγνώστη και να του κινήσει το ενδιαφέρον να ρίξει μια ματιά στο οπισθόφυλλο και στην περιγραφή του. Αυτή η μικρή περίληψη πρέπει να είναι μεστή και ουσιαστική. Να περιέχει τα κυριότερα στοιχεία που θέλει ο συγγραφέας ν’ αποκαλύψει, ώστε να δώσει το έναυσμα στον αναγνώστη να θελήσει να ταξιδέψει μαζί του. Και βέβαια ασχολήθηκα προσωπικά και με τα δυο. Είναι πιστεύω τα πιο σημαντικά κομμάτια που βοηθούν στην προώθηση του βιβλίου. Τόσο εγώ όσο κι οι άνθρωποι του εκδοτικού οίκου Όστρια, από τις οποίες κυκλοφορεί το βιβλίο μου, συνεργαστήκαμε άψογα ώστε να πετύχουμε  το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Κλείνοντας, θα ήθελα να μας αναφέρετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας, το οποίο ξεχωρίσατε. Και να σας ευχαριστήσω για άλλη μια φορά για τον χρόνο που μας αφιερώσατε.  

‘’Ο άντρας του σπιτιού εγώ! Θα γίνεται δηλαδή ότι θέλω εγώ! Και μένα… ποιος θα με φροντίζει; Γι’ αυτό δερνότανε και τράβαγε τα μαλλιά της η κακομοίρα η γιαγιά μου;  Εμάς έλεγε ‘’ορφανά;’’ Με χρειάζεται δηλαδή τώρα; Κι η Αγγέλα μας; Πρέπει να τις προσέχω εγώ γιατί άλλος άντρας δε θα ‘ναι στο σπίτι; Τη μαμά μου όμως δε θα την ξαναδώ ποτέ, ούτε τον μπαμπά μου! Θα τους ξανασυναντήσω όμως και τότε θα ‘μαι μεγάλος, άντρας κανονικός κι αυτοί θα με περιμένουνε και θα με καμαρώνουνε που μεγάλωσα κι έγινα όμορφος σαν το μπαμπά και που πρόσεχα τις γυναίκες όπως κι αυτός. Κάποτε… Στον παράδεισο!’’

 ‘’Ευτυχώς που ζούμε στο χωριό… Ευτυχώς που υπάρχει κι η Αγγέλα μας… Ευτυχώς που υπάρχει κι η γιαγιά… μουρμουρίζω κάθε βράδυ κι αποκοιμιέμαι ευτυχισμένος!’’

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
 





Συνέντευξη : Χρυσή Αγγελίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname