Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

Συνέντευξη με την Ευθυμία Δεσποτάκη

Η Ευθυμία Δεσποτάκη είναι μια γυναίκα με αστείρευτη αγάπη για τα βιβλία και ιδιαίτερα για την φανταστική λογοτεχνία. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο "Πνεύματα" κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Mamaya και την συγγραφική ομάδα Άρπη. Σήμερα οι Θεματοφύλακες Βιβλίων την φιλοξενούν στο καθιερωμένο αφιέρωμα τους. Η Ευθυμία μας μιλάει για το βιβλίο της αλλά και για την αγάπη της προς την λογοτεχνία. Ελάτε και εσείς μαζί μας για να μάθουμε τι έχει να μας αποκαλύψει.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Είμαι η Ευθυμία Δεσποτάκη. Είμαι 40 ετών και θέλω να γίνω συγγραφέας από τα 8. Γράφω πολλές μικρές ιστορίες  και μερικές μεγαλύτερες, σχεδόν αποκλειστικά φανταστικού περιεχομένου. Είμαι μέλος του sff.gr, ιδρυτικό μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων του Φανταστικού – ΦantastiCon και μέλος της συγγραφικής ομάδας Άρπη. Έχω εκδώσει μια προσωπική συλλογή διηγημάτων το 2007, πολλά διηγήματα σε περιοδικά και ανθολογίες και ένα μυθιστόρημα, φρέσκο-φρέσκο, τα Πνεύματα, από τις εκδόσεις mamaya. Μου αρέσει το μαγείρεμα, τα βιβλία αρχαιολογίας κι οι όμορφες πέτρες. Ελπίζω κι εύχομαι να ξημερώσει η μέρα που η ελληνική φανταστική σκηνή θα βρει την αναγνώριση που της αξίζει.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Καλησπέρα Ευθυμία. Σε καλωσορίζουμε στους Θεματοφύλακες Βιβλίων και σε ευχαριστούμε για την συνέντευξη. 

Εγώ ευχαριστώ για το βήμα λόγου.

Πες μας λίγα πράγματα για σένα που θα έπρεπε να γνωρίζουμε.

Μου αρέσουν οι λέξεις. Τις αγαπώ με πάθος τέτοιο, που κάποιες φορές δεν τις χρησιμοποιώ όπως ο πολύς κόσμος και παρεξηγούμαι. Αλλά τις αγαπώ, τις λατρεύω. 

Επίσης ξέρω να φτιάχνω σούσι, σιφνέικη ρεβυθάδα και πορτοκαλόπιτα. Και τάρτα λεμονιού χωρίς μαρέγκα. Ξέρω να ανοίγω ένα βαρέλι φέτα, να επικοινωνώ σχεδόν τηλεπαθητικά με ένα φωτοτυπικό, να φτιάχνω φο-μπιζού και να ψωνίζω μπαχαρικά. 

Τώρα που το καλοσκέφτομαι, δεν ξέρω γιατί θα έπρεπε να τα γνωρίζετε όλα αυτά. Μήπως έπρεπε να πω ότι είμαι μέλος του sff.gr (speculative fiction forum) από το 2006, ιδρυτικό μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου Φίλων του Φανταστικού – ΦantastiCon και μέλος της συγγραφικής ομάδας Άρπη; Να πω ότι διατηρώ (όχι πολύ φανατικά) ένα ιστολόγιο για βιβλία και κείμενα (το «Διαβάζοντας το Βιβλίο των Συμβάντων») κι άλλο ένα με συνταγές μαγειρικής (την «Κροκοσυλλέκτρια»); Να πω ότι έχω εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων (Μέσα απ’ το Γυαλί, Συμπαντικές Διαδρομές, 2007) και μια μικροσκοπική νουβέλα (Το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό, Ιδιοέκδοση, 2015); Ότι έχω διηγήματα σε διάφορες ανθολογίες διηγημάτων (Τα δώδεκα πρώτα βήματα, Ονείρων Σκιές, Θρύλοι του Σύμπαντος Ι, Εφαρμοσμένη Μυθομηχανική) και σε περιοδικά και φανζίν (Συμπαντικές Διαδρομές, ΕΦ-Ζιν, Mystery, Φανταστική Λογοτεχνία, Skull Candy);

Θέλεις να γίνεις συγγραφέας από τα 8 σου, μας λες. Πώς προέκυψε αυτό; Συνήθως τα παιδιά σε αυτή την ηλικία αλλάζουν γνώμη συνέχεια. Έγινε κάτι που σε επηρέασε;

Κοίτα, δεν είναι ότι δεν ήθελα να γίνω κάτι άλλο, κάτι που όπως λες θα άλλαζε μία φορά την εβδομάδα… Δασκάλα, αστροναύτης, αεροσυνοδός, τραγουδίστρια, ηθοποιός, τα ξέρουμε δα, όλοι και όλες τα έχουμε πει, έστω μια φορά κατά τη διάρκεια της προεφηβικής ηλικίας. Ας πούμε, μετά από όλα αυτά, εγώ αποφάσισα να γίνω αρχαιολόγος. Άσχετο που κατέληξα γεωλόγος – και δεν το μετανιώνω σε τελική ανάλυση –, εγώ αρχαιολόγος ονειρευόμουν να γίνω, ένας Ιντιάνα Τζόουνς με τακούνια. 

Αλλά ακόμα κι αν δεν το έλεγα δυνατά, πάντα πρόσθετα «και συγγραφέας». Πάντα. Από τότε που μου έφεραν μια καταπληκτική κούκλα, από εκείνες που τους τραβούσες τα μαλλιά και μεγάλωναν κι εγώ αντί να παίξω με την κούκλα γύρισα το κουτί ανάποδα κι έγραψα επάνω του ένα ποίημα μ’ ένα γεροντάκι που πάει στη Λούτσα κούτσα-κούτσα. Δε νομίζω ότι με επηρέασε κάτι, απλά το σκουλήκι ήταν εκεί, με έσκαβε από μέσα. Πώς να σου πω, δεν μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου να μη θέλει να γίνει συγγραφέας. ΚΑΙ συγγραφέας.

Τι διαβάζεις στον ελεύθερο χρόνο σου;

Κυρίως φανταστική λογοτεχνία και κυρίως ελληνικό φανταστικό, σε αναλογία 40-60. Θεωρώ μεγάλη υποκρισία να γράφεις φανταστικό στα ελληνικά και να μην έχεις διαβάσει τουλάχιστον τα πιο διάσημα κείμενά του. Μου αρέσουν οι σκληρές ιστορίες, αυτές που πολλοί τις λένε «λιγότερο γυναικείες» (πράγμα που με εξοργίζει, τι θα πει «γυναικείο» κι «αντρικό»; Αν είναι καλή λογοτεχνία, είναι καλή λογοτεχνία, τελεία και παύλα.)

Από τους μη Έλληνες, αγαπώ πολύ τα παλπ κείμενα, όπως του Robert Howard και του Edgar Rice Burroughs και τα εντελώς μοντέρνα, ειδικά αν δεν είναι Αγγλοαμερικάνικα, όπως τα βιβλία του Saladin Ahmed, του Alexei Pehov, της Glenda Larke και του Andrzej Sapkowski. Μ’ αρέσει επίσης ο Richard Morgan, η Tanith Lee, o Paul Kearney κι η Courtney Schafer.

Πέρα από αυτά, μου αρέσουν κάποια πολύ σποραδικά κομμάτια σύγχρονων Ελλήνων (όπως ο Μακριδάκης, ο Σπέγγος, ο Μάρκαρης, η Αργυρώ Μαντόγλου), λατρεύω τον Τσιφόρο, τον Παπαδιαμάντη και τον Καραγάτση (κι ας έχω διαβάσει ελαχιστότατα από τον τελευταίο) και απολαμβάνω απεριόριστα τα λαογραφικά κείμενα, είτε επιστημονικά είτε όχι, και τα αρχαιολογικά κείμενα. Μου έμεινε κουσούρι, φαίνεται, από τότε που ήθελα να γίνω ο Ιντιάνα Τζόουνς.

Τα τελευταία δύο χρόνια προσπαθώ να μορφωθώ και στο επίπεδο των κόμιξ. Έχω διαβάσει όλο το Hellboy Universe και κάποια κλασσικά κομμάτια (Sin City, 300, Kingdom Come, Locke & Key). Μου άρεσε πάρα πολύ το Beasts of Burden κι από Έλληνες ο Χρήστος Σταμπουλής με τη Μαύρη Φουστανέλα του.

Δηλώνεις λάτρης του Φανταστικού. Τι είναι αυτό που σε τραβάει στη φανταστική λογοτεχνία;

Πιθανότατα οι δυνατότητές της. Η μαγεία της, η υπερβατικότητα της. Το πώς αποδομεί τα πάντα, δένοντάς τα σε ένα νέο σύνολο, πιο αισιόδοξο ή πιο πολύπλοκο ή λιγότερο αβάσταχτο από το αρχικό, το πραγματικό. Για μένα η φανταστική λογοτεχνία είναι ένας πανέξυπνος μάγειρας: παίρνει τα ίδια υλικά που θα τα έκανες μακαρονάδα και στα φτιάχνει παστίτσιο. Άλλο πράγμα, έτσι;

Επίσης, και θα ήθελα να το τονίσω αυτό, το ότι γυμνάζει το ανθρώπινο μυαλό στη λογική: σε βάζει να θεωρείς ως δεδομένα πράγματα που είναι έξω από τα συνηθισμένα και σε καλεί να δώσεις λύση σε προβλήματα με βάση αυτά τα δεδομένα, όσο εξωφρενικά κι αν είναι. Κοντολογίς, χωρίς φαντασία, προβλήματα δε λύνονται. Αν δεν είναι αυτό προετοιμασία για την πραγματική ζωή, τότε τι; 

Κι ύστερα είναι κι η ευφυΐα. Όταν διαβάζω κάτι ευφυές, μια ιδέα έξυπνη, που ξεπερνά το καθημερινό, νιώθω αυτό που οι παλιοί έλεγαν ανάταση. Σαν το μυαλό μου να παίρνει μια βαθιά ανάσα. 

Γράφεις αποκλειστικά σε αυτό το είδος; Θα ήθελες να δοκιμάσεις και κάτι διαφορετικό;

Γενικά, το κεφάλι μου δεν έχει κάτι μη-φανταστικό μέσα. Δεν ξέρω να το εξηγήσω, όλες οι ιδέες μου έχουν έστω ένα μικρότατο ψήγμα φανταστικού.  Δε ζορίζομαι να τις κάνω φανταστικές, είναι από μόνες τους, αυτοβούλως. Μυστήριο μέγα.

Πάντως, έχω ήδη δοκιμάσει να γράψω σύγχρονη κωμωδία. Ο αναγνώστης του εκδοτικού οίκου όπου το έστειλα, πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, είπε ότι του θύμιζε εποχές Νίτρο και Κλικ. Πληγώθηκα λιγάκι, αλλά είχε δίκιο. Μάλλον το μυαλό μου έχει μείνει σε εκείνες τις εποχές, τότε που εγώ ήμουν είκοσι ετών κι η κοινωνία πολύ διαφορετική απ’ ό,τι η σημερινή. Δεν το αποκλείω να γράψω κάτι άλλο στο μέλλον, όμως. Πιθανόν κάποιο οδοιπορικό προσφυγιάς. Έχω δυο παππούδες και μια γιαγιά πρόσφυγες. Έχω ακούσει ούτε το ένα δέκατο από τις ιστορίες τους κι είμαι σίγουρη ότι κι αυτές οι τόσες λίγες μπορούν να γεμίσουν άπειρες σελίδες ιστορικών μυθιστορημάτων. Απλά όχι ακόμα. Δεν έχω ακόμα το ψυχικό σθένος.

Διήγημα ή μυθιστόρημα;

Κάθε ιδέα έχει τον ζωτικό της χώρο. Εκείνη διαλέγει τι μέγεθος θα έχει, όχι εγώ. Από την άλλη είναι και θέμα τεχνικής, ποια τεχνική σε βολεύει εσένα ως συγγραφέα να ακολουθήσεις. Μέχρι το 2009 περίπου, έγραφα σχεδόν αποκλειστικά διηγήματα, μπορεί να είναι και 150 αυτή τη στιγμή στα συρτάρια μου. Η μικρή φόρμα είναι πολύ απαιτητική, θέλει μεγάλη πειθαρχία, κι αυτό εν πολλοίς είναι και εξάσκηση για έναν συγγραφέα. Από το 2009… γράφω πολύ περισσότερο μεγάλα κείμενα, 50-100 χιλιάδες λέξεις. Έχω ως αυτή τη στιγμή τουλάχιστον έξι μυθιστορήματα κι έχω και μια εξαλογία. Νιώθω τρομερά ελεύθερη όταν γράφω μυθιστόρημα. Αλλά κάποιες φορές δε θες να πιεις κοκτέιλ με πολλά παγάκια, θες ένα σφηνάκι βότκα, να πάει κάτω, να κάψει. Είναι θέμα ιδέας κάθε φορά.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο σου βιβλίο από τις εκδόσεις mamaya με τίτλο «Πνεύματα». Μίλησέ μας γι’ αυτό.

Πρόκειται για μάλλον απλή ιστορία: ένας νεαρός, ο Παγκράτης, προσπαθεί να επιβιώσει σε μια πόλη που θυμίζει την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την εποχή μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Παγκράτης είναι πολύ καλός με τις μηχανές που δουλεύουν με ατμό ή νερό, αλλά είναι φτωχός και όχι και πολύ τυχερός, οπότε βασίζεται στη μεγαλοθυμία και τη γενναιοδωρία της πλούσιας χήρας Πελείας. Στην πόλη, που λέγεται Δαμασινή Ιασώ, εμφανίζεται κάποια στιγμή ένας έκπτωτος πρίγκιπας από το διπλανό βασίλειο της Νεσίλης, μαζί με τη μάγισσα σκλάβα του κι η Πελεία αποφασίζει να κάνει ένα μνημειώδες συμπόσιο προς τιμήν του πρίγκιπα. Ε, μετά αρχίζουν και δυσκολεύουν τα πράγματα για όλους.

Η ιστορία – το πρώτο από τα τρία μέρη της – διαδραματίζεται σ’ ένα κοσμοπολίτικο μέρος όπως η Δαμασινή Ιασώ και δεν της λείπουν οι έρωτες, οι κατινιές, οι μάγισσες, τα τέρατα, οι θεοί και οι μάχες. Τα άλλα δύο μέρη της ιστορίας δε θα σας τα πω, αλλά είναι πιο εξωτικά. Πάνω απ’ όλα, προσπαθεί να διερευνήσει πώς μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αλλάξει, όπως το νερό με τη βοήθεια της φωτιάς μπορεί να γίνει ατμός. Ή όπως έλεγαν τον ατμό οι αρχαίοι, πνεύμα. Υπάρχουν αρκετά λογοπαίγνια σχετικά με αυτό σε όλο το εύρος του βιβλίου.

Τι χαρακτήρας είναι ο Παγκράτης, ο ήρωας του βιβλίου σου;

Παλιοχαρακτήρας, τι να λέμε τώρα… Εγωιστάκος, σκληρός, κλεφταράκος, μέχρι και ζιγκολό μπορείς να τον πεις και δε θα τον αδικήσεις. Είναι γαλίφης και μπαγάσας. Αλλά όλα αυτά τα καλλιέργησε για να μπορέσει να επιβιώσει. Ο κηδεμόνας του ο Θεόδωρος, που τον μεγάλωσε από μωρό, είναι λίγο τρελός επιστήμονας. Άμα τον αφήσεις με τις εφευρέσεις του, θα ξεχάσει ότι υπάρχει κόσμος. Οπότε από μικρός ο Παγκράτης έπρεπε να κάνει κάτι για να συντηρήσει όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και τον Θεόδωρο. Επιπλέον, η καταγωγή των δυο τους είναι από μια πόλη που λέγεται Απέλλα και θυμίζει την αρχαία Σπάρτη. Στη Δαμασινή Ιασώ είναι πρόσφυγες, η θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία δεν είναι πολύ ψηλά κι αυτό προσθέτει κι άλλα προβλήματα.

Αλλά δεν τον φοβάμαι τον Παγκράτη, είναι καταφερτζής. Η ανάγκη τον έχει κάνει ξεφτέρι, το μυαλό του δουλεύει ξυράφι.

Από πού εμπνεύστηκες την ιστορία;

Ήθελα να γράψω κάτι σχετικό με εκείνη την εποχή, την ελληνιστική. Το ξεχνάμε, αλλά ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος, γεμάτη με εφευρέσεις και κοινωνικές πρωτοπορίες, που τώρα θα μας φαίνονταν εξωφρενικά σύγχρονες. Κάποια στιγμή ο Παγκράτης κατασκευάζει έναν αυτόματο πωλητή θυμιάματος και όσο κι αν φαίνεται πως είναι δική μου υπερβολή, στην πραγματικότητα έχουν σωθεί τέτοια μηχανήματα από την αρχαιότητα και μάλιστα ένα τέτοιο μηχάνημα βρίσκεται στο Νέο Μουσείο Ακροπόλεως.

Ήθελα επίσης να ασχοληθώ λίγο με τους Νεσίλιους, έναν λαό που τον δημιούργησα για άλλο έργο, αλλά έκατσαν πάρα πολύ καλά και σε ετούτο. Είναι βασισμένοι στους πραγματικούς Χετταίους, που ήταν αυτοκρατορία μεγάλη και τρανή στην καρδιά της Μικράς Ασίας από το 1600 έως το 1150 π.Χ. Ακόμα και ο πρόσφυγας πρίγκιπας που ζορίζει τον Παγκράτη, ο Τουνταλίγια, έχει όνομα πραγματικών Χετταίων βασιλιάδων. 

Ύστερα, ένα μεγάλο στοίχημα που έχω βάλει με τον εαυτό μου είναι να αποδείξω ότι ένα μυθιστόρημα fantasy δε χρειάζεται να έχει απαραίτητα ιππότες και ξωτικά και τρολ. Η μεσαιωνική Ευρώπη δεν έχει την αποκλειστικότητα στην κοσμοπλασία ενός fantasy μυθιστορήματος. Επίσης μπορεί πολλοί να θεωρούν ακόμη «βλακεία» ένα έργο fantasy με ονόματα όπως Παγκράτης, Ζήλεια, Σκύλακας, Μεγάρα, Δάμας και Βουλαγόρας, αλλά έχει έρθει ο καιρός να αλλάξει αυτό. Τόσο τα Πνεύματα, όσο και τα υπόλοιπα βιβλία που θα κυκλοφορήσουν από τη συγγραφική ομάδα Άρπη, με πρώτο και καλύτερο το Αμόνι που Τραγουδά, του Ανδρέα Μιχαηλίδη, θα το αποδείξουν αυτό περίτρανα.

Πώς βλέπεις την Ευθυμία συγγραφικά σε πέντε χρόνια από σήμερα;

Πρώτα και κύρια, θα θελα να ‘μαι καλύτερη απ’ ό,τι είμαι τώρα. Ένα μεγάλο έργο που έχω στα σκαριά από το 2009 είναι μια εξαλογία, στον ίδιο κόσμο με τα Πνεύματα, αλλά 800 χρόνια αργότερα και σε άλλο σημείο του χάρτη. Πιστεύω ότι ως τότε ίσως έχω καταφέρει να εκδώσω το πρώτο βιβλίο. Σίγουρα θα προσπαθήσω να μαζέψω όλα τα διηγήματά μου που έχουν εκδοθεί κατά καιρούς σε συλλογές και περιοδικά και να διορθώσω κι ένα ακόμη μυθιστόρημα, εμπνευσμένο από τον πολιτισμό των Μαορί. Θέλω πάρα πολύ να ολοκληρώσω μερικά ακόμη έργα, με ελληνικό χρώμα, αλλά δεν ξέρω πώς θα κυλήσει το πράμα. Είμαι λίγο αργή ως άνθρωπος. Περιμένω να δω πώς θα πάνε τα γεγονότα, για  κάνω τις κινήσεις μου.

Πιστεύεις ότι η λογοτεχνία του φανταστικού είναι αδικημένη στην Ελλάδα και γιατί συμβαίνει αυτό;

Δε θα έλεγα ακριβώς αδικημένη. Παραγνωρισμένη θα έλεγα. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να τη δοκιμάσουν, συνήθως δεν επιλέγουν τι θα διαβάσουν από αυτήν, ανοίγουν ένα βιβλίο στην τύχη, το βρίσκουν φρικτό και υποθέτουν ότι και όλα τα υπόλοιπα βιβλία φαντασίας θα είναι φρικτά. Ξεχνούν, ίσως πολύ βολικά, ότι εννιά στα δέκα βιβλία που εκδίδονται είναι φρικτά κι αυτό είναι κανόνας γενικός, όχι μόνο της λογοτεχνίας του φανταστικού. 

Επίσης, κι αυτό δεν ξέρω γιατί συμβαίνει, ένα τερατωδώς μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής και διανοούμενης ελίτ θεωρεί ότι θα έπρεπε να ασχολούμαστε με τα προβλήματα του ανθρώπου μόνο μέσα από συγκεκριμένες φόρμες. Μικρά ακαταλαβίστικα διηγήματα, φαμφαρόνικα λόγια, κατεβατά ολόκληρα από περιγραφική πληροφορία, όλα όσα πλέον η διεθνής σκηνή τα θεωρεί ξεπερασμένες μανιέρες και παλιακές τεχνικές. Άντε πες σε αυτά τα άτομα, ότι μπορούν να προβληματιστούν μέσω ενός φανταστικού πλαισίου. Η συνήθης αντιμετώπιση είναι ειρωνικό χαμογελάκι για τους ημεδαπούς και διθύραμβοι για τους αλλοδαπούς. 

Εκτός αν μιλάμε για τους παλιότερους. Όλοι τους προσκυνάνε τον Παπαδιαμάντη, παραδείγματος χάριν. Κι ας έχει μεγάλη αγάπη στη λαογραφία και στα αερικά. Ή την ποίηση του Παλαμά. Προσκυνάνε τον Ερωτόκριτο, αποσιωπώντας ότι είναι το πλέον fantasy κείμενο του ελληνικού μεσαίωνα. Υπάρχει μια τάση να χαρακτηρίζονται ως «ο νεκρός δεδικαίωται», λες κι είχε εγκληματήσει που έγραψε φανταστικό.

Το οικογενειακό σου περιβάλλον πώς αντέδρασε στην απόφασή σου να ασχοληθείς με τη συγγραφή;

Παράξενα. Από τη μία έφαγα τη σχετική καζούρα: «Τι γράφεις-γράφεις-γράφεις όλη την ώρα εκεί πέρα;» «Τι μπαρμπαδάκια και καλικαντζούρια είναι αυτά;» Κλασσικές ατάκες. Κι από την άλλη, όταν με έβλεπαν να γράφω, δε με ενοχλούσαν ποτέ. Ίσως, επειδή πάντα με παρότρυναν να διαβάζω, πιθανόν να θεωρούσαν ότι το επόμενο στάδιο θα ήταν το γράψιμο. Ένα είδος φυσικής συνέπειας. 

Κι ύστερα όταν βλέπεις ένα παιδάκι 8 ετών να παλεύει να γράψει ιστορίες, ε, από ένα σημείο κι ύστερα θεωρώ πως το παίρνεις απόφαση ότι είναι το χάρισμα του, ότι δεν είναι μια τρελίτσα παροδική. Θέλω να πω, πιθανόν οι γονείς μου να κατάλαβαν ότι δε θα γινόταν αλλιώς.

Είχα επίσης την τύχη να βρω σύντροφο συγγραφέα και μανιώδη αναγνώστη. Το σπίτι μας είναι ένα σπίτι γεμάτο με ιστορίες, δικές μας ή ξένες. Ανεπανάληπτο συναίσθημα.

Ευθυμία μου, θα θέλαμε να σε ευχαριστήσουμε για τον χρόνο σου. Σου ευχόμαστε κάθε επιτυχία τόση στα επαγγελματικά σου αλλά και στην προσωπική σου ζωή και να είναι καλοτάξιδο το καινούργιο σου βιβλίο. Για το τέλος θα ήθελες να πεις κάτι στους αναγνώστες σου;

Εγώ ευχαριστώ, και πάλι, για το βήμα λόγου. Αν θέλω να πω κάτι στους αναγνώστες μου… δεν ξέρω. Θέλω να πω πάρα πολλά, αλλά ίσως θα ‘πρεπε ένας συγγραφέας να μιλάει μόνο με τις ιστορίες του. Να τους ευχαριστήσω, ίσως, που αποφάσισαν να δώσουν στον Παγκράτη μια ευκαιρία. Και να τους ευχηθώ καλή διασκέδαση. Έχω βάλει τα δυνατά μου, για να περάσουν εκείνοι καλά.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ογδόντα χρόνια μετά το θάνατο του Μεγάλου Στρατηλάτη Δάμα, το βασίλειο της Αισωπείας ζει ειρηνικά, αρνούμενο να εμπλακεί σε διενέξεις με τα γειτονικά του κράτη.

Στους κοσμοπολίτικους δρόμους της πρωτεύουσας Δαμασινής και σε πείσμα της κακής του τύχης, ο πολυμήχανος νεαρός Παγκράτης προσπαθεί να επιβιώσει, αξιοποιώντας το μεγάλο του ταλέντο στην κατασκευή μηχανών που λειτουργούν με ατμό και τη γοητευτική του προσωπικότητα.

Η δύσκολη αλλά στρωμένη του ζωή θα ανατραπεί, όταν φτάσει στην πόλη ο πρίγκιπας Τουνταλίγια και η μάγισσα σκλάβα του, που λέγεται Ζήλεια. Τι θέλουν οι ξένοι από τον Παγκράτη; Τι ρόλο παίζει η Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Ομφάλης; Και πώς σε όλο αυτό ανακατεύονται θεοί και δαίμονες;

«Σε κάθε βιβλιοθήκη θα βρίσκομαι. Σε κάθε μέρος ανάγνωσης, σε κάθε σκαλισμένη πέτρα πάνω. Σε κάθε πήλινη πινακίδα με ύμνους, θα υπάρχει η ιστορία μου γραμμένη, ο σκοπός μου. Όταν μια βιβλιοθήκη θα καταστρέφεται, θα θρηνώ. Όταν μια σκαλισμένη πέτρα θα γκρεμίζεται, θα μανιάζω. Όταν μια πήλινη πινακίδα θα ξαναζυμώνεται, θα εξοργίζομαι».

Συνέντευξη: Χριστίνα Μιχελάκη
Οπτικοακουστικό Υλικό: Νάγια Γούγου - Μητροπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname