Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

" Η νύχτα που έβρεξε μαχαίρια ",συνέντευξη με τον Βασίλη Γιαννάκη.


Σήμερα θα γνωρίσουμε έναν νέο συγγραφέα που υπόσχεται να μας μυήσει σε τρομακτικά μονοπάτια μέσω του βιβλίου του “Η νύχτα που έβρεξε μαχαίρια” των εκδόσεων Όστρια. Ο Βασίλης Γιαννάκης μας έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον από τον τίτλο και μόνο! Πάμε να γνωρίσουμε τον ίδιο, καθώς και το βιβλίο του.



BΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, μεγάλωσα στη Νάουσα Ημαθίας και ζω στη Θεσσαλονίκη. Είμαι απόφοιτος της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος. Έχω διατελέσει επιστημονικός συνεργάτης στη συγγραφή χλωριδικών οδηγών και εργασιών. Παρακολουθώ ανελλιπώς οτιδήποτε σχετίζεται με το είδος του τρόμου τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στον κινηματογράφο, ακόμη και στα video games. Το 2014 τιμήθηκα με το βραβείο Larry Niven στην κατηγορία νουβέλας τρόμου και αυτό αποτέλεσε αφορμή να εκδώσω την πρώτη προσωπική ανθολογία μου, με τίτλο «μυστικοί εφιάλτες και μικροί φόβοι». Συμμετείχα σε συλλογικά έργα που έχουν εκδοθεί στα πλαίσια της λογοτεχνίας του φανταστικού, μέχρι το τέλος του 2015, όπου εκδόθηκε το πρώτο μου προσωπικό μυθιστόρημα με τίτλο «η νύχτα που έβρεξε μαχαίρια».

Βασίλης Γιαννάκης

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

 


 Ας ξεκινήσουμε με το θέμα του βιβλίου. Πως προέκυψε και ποια ήταν η πηγή έμπνευσής σου για την θεματολογία του;

Β.Γ. Όταν ήμουν μικρός, είχα δει έναν εφιάλτη που ναι μεν με είχε τρομάξει, αλλά με είχε συναρπάσει επίσης. Θέλησα λοιπόν να σκαρώσω μια ολόκληρη ιστορία μόνο και μόνο για να περιλαμβάνει αυτή τη σκηνή. Η αρχική εκδοχή της «νύχτας που έβρεξε μαχαίρια» ήταν μια προφορική αφήγηση που τη μοιραζόμουν με τους φίλους μου, όταν έκανα διακοπές μαζί τους. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, άρχισα να περνάω πολλές από τις ιστορίες που είχα σκαρώσει κατά καιρούς στο χαρτί. Η «νύχτα που έβρεξε μαχαίρια» ήταν μία από αυτές. Βέβαια αξίζει να σημειώσω ότι η γραπτή εκδοχή της είναι αρκετά διαφορετική και πολύ πιο λεπτομερής σε σχέση με την αρχική της σύλληψη.

Ο τίτλος μας παραπέμπει σε παραφυσικό θέμα. Κατά πόσο σχετίζεται με αυτό και ποιο είναι το κυρίαρχο στοιχείο του;

Β.Γ. Ναι, πρόκειται για μία ιστορία μεταφυσικού τρόμου. Αυτό είναι το λογοτεχνικό είδος που υπηρετώ και που μου αρέσει να απολαμβάνω σαν αναγνώστης. Το καλό με τον τίτλο είναι ότι μοιάζει αλληγορικός, αλλά όποιος διαβάσει την ιστορία θα καταλάβει τον λόγο για τον οποίο την έχω ονομάσει έτσι. Θα έλεγα μάλιστα ότι η εξήγηση για το πώς είναι δυνατόν να βρέξει μαχαίρια, είναι η πιο ρεαλιστική σε σχέση με άλλες, πολύ πιο μεταφυσικές παραμέτρους της αφήγησης.

Πόσο σε δυσκόλεψε η δόμηση πλοκής και χαρακτήρων; Και φυσικά, πως κατάφερες να το αντιμετωπίσεις;

Β.Γ. Από μόνες τους οι διεργασίες του σχεδιασμού της πλοκής και της δημιουργίας των ηρώων, όχι απλώς δεν με δυσκόλεψαν, αλλά τις απόλαυσα στο έπακρο. Η ιστορία γράφτηκε πολύ γρήγορα, μέσα σε δύο μόλις μήνες, διότι την είχα έτοιμη μέσα μου πολύ καιρό πριν την περάσω στο χαρτί. Ιδιαίτερη προσοχή έδειξα στον τρόπο με τον οποίο η πλοκή αλληλεπιδρά με τους χαρακτήρες, εφόσον δεν ήθελα το ένα στοιχείο να επισκιάσει το άλλο. Επίσης έχει μεγάλη αξία για μένα το γεγονός ότι μετά τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος άρχισα να συνειδητοποιώ το πόσο μεγάλη σημασία έχει η ανάπτυξη των χαρακτήρων σε μία ιστορία. Γι’ αυτό και αποτέλεσε το έναυσμα στο να αναθεωρήσω την άποψη που είχα ως τότε ότι σε μία ιστορία τρόμου, η υπερβολική ανάλυση των χαρακτήρων ζημιώνει την ατμόσφαιρα. Μετά από τη «νύχτα που έβρεξε μαχαίρια», ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν τα μυθιστορήματα άλλαξε ριζικά και επηρέασε σημαντικά τη μετέπειτα πορεία μου πάνω στο αντικείμενο.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας με τον οποίο ταυτίστηκες καθώς έγραφες την ιστορία; Αν ναι ποιος ήταν ο λόγος;

B.Γ. Όλοι οι χαρακτήρες στις ιστορίες μου περιλαμβάνουν κάποια στοιχεία από τον εαυτό μου και επομένως δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον από αυτούς. Προσπαθώ βέβαια να παραλλάξω αυτά τα στοιχεία σε βαθμό που να τους καταστήσω διαφορετικούς μεταξύ τους. Δεδομένου ότι η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο, θεωρώ ότι σε πολλά σημεία είχα ταυτιστεί με τον πρωταγωνιστή, τον Σωκράτη Μάξιμο και βίωσα την περιπέτεια που είχε σαν να τα έβλεπα όλα μέσα από τα δικά του μάτια.

Το είδος του βιβλίου σου είναι αρκετά ιδιαίτερο και οι αναγνώστες του πολύ απαιτητικοί. Τι πιστεύεις ότι είναι αυτό που θα τους κάνει να το ξεχωρίσουν;

Β.Γ. Νομίζω ότι αυτό που το καθιστά πρωτότυπο για τα ελληνικά δεδομένα είναι η ατμόσφαιρα που επιδιώκω να περάσω στον αναγνώστη. Προσπαθώ όσο μπορώ να προσεγγίσω την αίσθηση που αφήνουν στην ανάγνωση οι κλασικοί του είδους (όπως είναι ο Λάβκραφτ, ο Μάχεν, ο Τσέημπερς, ο Μπηρς) αλλά παράλληλα να μεταφέρω αυτή την αίσθηση στη σύγχρονη εποχή και συγκεκριμένα στη σύγχρονη Ελλάδα. Επειδή συμβαίνει να διαβάζω πολλά βιβλία από Έλληνες συγγραφείς, θεωρώ ότι το δικό μου επιχειρεί να βάλει ένα δικό του λιθαράκι, που θα λειτουργήσει συμπληρωματικά μαζί με τα άλλα και εμπλουτίσει τη συνολική εικόνα, όπως διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας.

Πάμε λίγο να κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν. Θα θέλαμε να μοιραστείς την αγαπημένη σου ανάμνηση σε σχέση με τα βιβλία, στην παιδική σου ηλικία.

Β.Γ. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που διάβασα Λάβκραφτ (και συγκεκριμένα ήταν το «κάλεσμα του Κθούλου» η ιστορία που μου τον σύστησε), όπως επίσης τη «νουβέλα της μαύρης σφραγίδας» του Άρθουρ Μάχεν. Ένιωσα ότι οι συγγραφείς αυτοί είχαν καταφέρει να μαντέψουν αυτό που είχα ανάγκη να διαβάσω εκείνη την περίοδο και μου το προσέφεραν έτοιμο. Σαν να διάβασαν την σκέψη μου παρόλο που είχαν ζήσει πολλούς αιώνες πριν τη γέννησή μου.


Η σχέση με την συγγραφή πότε προέκυψε και τι στάθηκε αφορμή;

Β.Γ. Από μικρός προσπαθούσα να γράφω, αλλά στην αρχή αδυνατούσα να πειθαρχήσω στο αντικείμενο και το αποτέλεσμα ήταν να το εγκαταλείπω σχετικά γρήγορα. Όταν υπηρετούσα στα σύνορα, είχα πάρει επιτέλους την απόφαση να το ρίξω στη συγγραφή προκειμένου να περνάω τις ώρες που ξόδευα όταν ήμουν θαλαμοφύλακας. Διάβαζα τις ιστορίες μου στους υπόλοιπους φαντάρους του λόχου και εκείνοι με ενθάρρυναν να γράψω ακόμη πιο πολλές. Με τον καιρό, η συγγραφή άρχισε να μου γίνεται εξάρτηση. Άρχισα να αφοσιώνομαι συστηματικά στην ενασχόληση αυτή από το 2007 περίπου και έκτοτε, έχω συγκεντρώσει ένα υλικό που θα χαρώ αφάνταστα αν βρει κάποτε το φως της δημοσίευσης.

Κατά πόσο έχει αλλάξει η ματιά του αναγνώστη από την πλευρά του συγγραφέα πλέον; Είναι κάτι που σε εμποδίζει να απολαύσεις το διάβασμα ενός άλλου βιβλίου ή όχι;

Β.Γ. Έχω γίνει πολύ πιο επιεικής με τα βιβλία που διαβάζω, εφόσον γνωρίζω από πρώτο χέρι πια το πόση δουλειά απαιτείται προκειμένου να ολοκληρωθούν. Μπορώ να πω επίσης ότι τα απολαμβάνω πολύ περισσότερο από πριν, εφόσον αποκομίζω θετικά στοιχεία από τη γραφή τους και όχι μόνο από την υπόθεση που διαπραγματεύονται. Το μόνο πρόβλημα που έχω είναι ότι ο χρόνος που ξοδεύω σαν αναγνώστης αποβαίνει σε βάρος αυτού που διαθέτω για να γράψω ο ίδιος. Έχω τόσα πολλά βιβλία που θέλω να διαβάσω ακόμη, που φοβάμαι μήπως δεν προλάβω να το κάνω σε αυτή τη ζωή.

Θα θέλαμε να μας πεις αν έχεις κάτι νέο στα σκαριά και με τι σχετίζεται.

Β.Γ. Το τελευταίο διάστημα έχω καταπιαστεί με ένα κείμενο που είχα ξεκινήσει να το δουλεύω απ’ όταν ήμουν 15 χρονών. Από τότε όχι απλώς το έχω αλλάξει πολλές φορές, αλλά, κατάφερα να βελτιωθώ στα επόμενά μου τόσο πολύ, που αναγκάστηκα να επιστρέψω, να το εμπλουτίσω και σε πολλά σημεία να το ξαναγράψω από το μηδέν. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φάση των διορθώσεων. Ο λόγος που επιμένω τόσο σε αυτό είναι ότι πέρα από το γεγονός ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί του, πρόκειται για άλλη μία ιστορία που αφηγούμουν προφορικά όταν ήμουν νεότερος και πολλοί είναι οι φίλοι από τα χρόνια εκείνα που μου ζητάν να την εκδώσω επιτέλους.

Θα θέλαμε να μας πεις από πού πηγάζει η έμπνευσή σου κυρίως; Και τι είναι αυτό που σε ωθεί στην συγγραφή;

Εμπνέομαι από οτιδήποτε το σκοτεινό και το ατμοσφαιρικό, ακόμη κι αν πρόκειται για video games ή βιντεάκια στο youtube. Αυτό όμως που με ωθεί στο γράψιμο, είναι η ανάγκη που έχω να βγάλω από μέσα μου κάποιες ιστορίες που σκαρφίζομαι κατά καιρούς και που για να μην τις ξεχάσω, γράφω μια περίληψή τους σε ένα τετράδιο διατηρώ πάνω στο γραφείο μου. Γενικά θεωρώ ότι όταν μου δημιουργείται κάποια καλή ιδέα μέσα μου, δεν πρέπει με τίποτα να την αφήσω να πάει χαμένη.

Θα θέλαμε να στείλεις ένα μήνυμα στους αναγνώστες μας και ιδίως σε εκείνους που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον κόσμο της συγγραφής. Στα νέα παιδιά κυρίως που κάνουν όνειρα να μοιραστούν τα έργα τους με τον κόσμο.

Β.Γ. Εύχομαι στους αναγνώστες σας να απολαμβάνουν τις μικρές καθημερινές στιγμές, εφόσον στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε είναι οι στιγμές αυτές που αποτελούν μια καλή διέξοδο για μας και μας οπλίζουν με τη δύναμη που έχουμε ανάγκη για να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε. Για όσους κάνουν τα πρώτα βήματα στη συγγραφή συνιστώ κατά κύριο λόγο υπομονή και κουράγιο στην τόσο όμορφη αυτή ενασχόληση. Επί πολλά χρόνια έγραφα για το ντουλάπι μου και για τους φίλους μου, χωρίς να ξέρω αν αυτό που αγαπώ να κάνω, έχει κάποια γενικότερη αξία. Απλά συνεχίστε να περνάτε στο χαρτί τα όσα έχετε την ανάγκη να βγάλετε από μέσα σας και να είστε σίγουροι, ότι κάποια στιγμή θα υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες προκειμένου να τα μοιραστείτε με τον υπόλοιπο κόσμο. Για παράδειγμα στη λογοτεχνία του φανταστικού που υπάγομαι εγώ, οι συνθήκες έχουν ανθίσει σχετικά πρόσφατα και έτσι έχω τη δυνατότητα να φέρω επιτέλους στο φως της δημοσίευσης ένα μέρος από το υλικό που κρατούσα επί τόσα χρόνια στο συρτάρι μου. Όμως θα συνέχιζα το γράψιμο ακόμη κι αν αυτό δεν συνέβαινε.

Βασίλη σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για τον χρόνο σου. Σου ευχόμαστε το βιβλίο σου να αγαπηθεί από τους λάτρεις του είδους και να μυήσει και άλλους σε αυτό. Καλοτάξιδο και να έχεις επιτυχημένη συγγραφική πορεία.


Εγώ ευχαριστώ για την πολύ όμορφη αυτή συνέντευξη και χαίρομαι αφάνταστα που υπάρχουν ομάδες σαν τη δική σας που στηρίζουν έμπρακτα την προσπάθειά μας. Νιώθω ευτυχής που σας γνώρισα και εύχομαι να αναγνωριστεί το έργο που επιτελείτε στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

 

  Ένα video με αφορμή το αφιέρωμα στον συγγραφέα Βασίλη Γιαννάκη και το βιβλίο του "Η νύχτα που έβρεξε μαχαίρια"" των εκδόσεων ΟΣΤΡΙΑ για την σελίδα Θεματοφύλακες βιβλίων.


"Η νύχτα που έβρεξε μαχαίρια "

Επί έναν ολόκληρο χρόνο, η Νάσια Καλαφάτη θεωρούνταν νεκρή. Όταν τελικά βρέθηκε λιπόθυμη από μια ομάδα ορειβατών, τα όσα είχε ζήσει κατά το διάστημα αυτό, είχαν διαγραφεί εντελώς από την μνήμη της. Ένα παράξενο τηλεφώνημα που δέχεται κάθε βράδυ, της προκαλεί έναν ανεξήγητο πανικό και την ωθεί στα όρια της τρέλας.

18,19,25.

Τι μπορεί να σημαίνουν αυτά τα νούμερα;

Ο Σωκράτης Μάξιμος, αναλαμβάνει να μεταβεί στην περιοχή του συμβάντος προκειμένου να λύσει το αίνιγμα… Όμως κάθε βήμα που κάνει προς την επίλυσή του, προκαλεί ακόμη περισσότερα ερωτήματα.

Τι ρόλο μπορεί να παίζει ένα διεστραμμένο ζεύγος που διέμενε κάποτε σε ένα πολυτελές οίκημα, λίγο πιο έξω από το χωριό Κοτρινός;

Ένας μεταφυσικός τρόμος ξυπνάει στην ευρύτερη περιοχή και αναμένεται να στοιχειώσει για πάντα τη ψυχή του Σωκράτη, όπως η παράδοξη βροχή των μαχαιριών που βλέπει να πέφτουν πάνω του, κάθε φορά που κοιμάται.

Εσείς θα αντέξετε να βιώσετε έναν τέτοιο εφιάλτη

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 


Σελίδα Βιβλίου στο Facebook :
 Η νύχτα που έβρεξε μαχαίρια

Εmail Συγγραφέα :
 gbasileios@gmail.com


Νάγια Γ.Μητροπούλου
Επιμέλεια  Συνέντευξης/Βίντεο

Βασιλική Μπούζα 
Συντονισμός Άρθρου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname