Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

"Η Νύχτα" του Ελί Βιζέλ


Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Έχω διαβάσει κάποια από αυτά που με σημάδεψαν ιδιαίτερα. Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο «Η νύχτα» του Ελί Βιζέλ, χάρηκα ιδιαίτερα, όχι για το περιεχόμενο, αλλά που θα διάβαζα επιτέλους άλλο ένα τόσο αξιόλογο βιβλίο. Φυσικά, αν και είχα διαβάσει την υπόθεση του, κανείς δεν με είχε προετοιμάσει για αυτά που θα διάβαζα στις σελίδες του βιβλίου.

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια του Ελιέζερ (Ελί) Βιζέλ, αλλά και όλη η πόλη του Σιγκέτ της Τρανσυλβανίας, στην οποία ζουν, συλλαμβάνονται από τους Ναζί και οδηγούνται σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκεί η οικογένεια τους, όπως και όλες οι υπόλοιπες θα χωριστούν, ίσως και για πάντα. Τα αρσενικά μέλη αφού περάσουν κάποιες βάναυσες διαδικασίες, πάντα υπό τον φόβο του μαύρου καπνού, που βγαίνει από το κρεματόριο, θα οδηγηθούν από το Άουσβιτς, σε ένα άλλο στρατόπεδο, για να καταλήξουν στο τέλος της ομηρίας τους, στο Μπούχενβαλντ.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο περιγράφει το σκληρό πρόσωπο του πολέμου, όπως το έζησε ο ίδιος, μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πείνα, δίψα, κρύο, αμέτρητο ξύλο αλλά και φόβος είναι μόνο λίγα από τα όσα περνάει ο δεκαεξάχρονος Ελί και ο πατέρας του. Γίνατε μάρτυρας αποτρόπαιων πράξεων, όπως η συλλογή ζωντανών βρεφών και το κάψιμο τους στην πυρά, το κρέμασμα συγκρατουμένων του, η ατελείωτη πείνα που οδηγούσε τον ένα κρατούμενο ενάντια στον άλλον, οι αμέτρητες πορείες εξάντλησης μέσα στο κρύο και στο πυκνό χιόνι και πολλές άλλες που αξίζει να της αναφέρω αλλά καλύτερο θα ήταν να τις διαβάσετε οι ίδιοι.

Ο έφηβος συγγραφέας μπαίνει στο στρατόπεδο ως ένα πολύ θρησκευόμενο μέλος της εβραϊκής κοινωνίας. Στην πορεία όμως και μέσα από τις κακουχίες του πολέμου, χάνει την πίστη στον Θεό που λάτρευε από μικρό παιδί. Πολλές φορές θα τον δούμε να κατηγορεί ακόμα και τον ίδιο τον Θεό για τα βάσανα που περνάει ο εβραϊκός λαός ενώ αδυνατεί να κατανοήσει την στάση του άσπλαχνου Θεού μπροστά στα δεινά που τους βρίσκουν. Η σχέση του συγγραφέα με τον Θεό, είναι ένα από τα κεντρικά ίσως θέματα του βιβλίου αλλά εγώ δεν θα ήθελα να σταθώ σε αυτό. Πολλές φορές ακόμα και εμείς οι ίδιοι χάνουμε την πίστη μας μπροστά σε δυσκολίες. Είναι επομένως αποδεχτή η αντίδραση του Ελί.


Περισσότερο με συγκίνησε η σχέση που είχε και δημιούργησε με τον πατέρα του μέσα στα στρατόπεδα. Στην αρχή αυτή η σχέση είναι κάπως ανύπαρκτη, αφού ο πατέρας λείπει πολλές ώρες από το σπίτι, αργότερα όμως μέσα από τις κακουχίες οι δύο τους έρχονται πιο κοντά, βρίσκουν ο ένας στον άλλον το στήριγμα που χρειάζονται για τις δύσκολες στιγμές που περνάει. Ο Ελί πάντα, σε κάθε καταμέτρηση, σε κάθε διαλογή φοβάται για την τύχη του πατέρα του, μάλιστα δημιουργεί και φασαρίες όταν οι στρατιώτες των Ες Ες φαίνεται να τον διαλέγουν, για να τον οδηγήσουν στο κρεματόριο. Κατά τις μετακινήσεις τους, από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, η μόνη έγνοια του συγγραφέα είναι να μην τον χάσει, γι’ αυτό και πάντα τον κρατάει σφιχτά από το χέρι.

Παρόλα αυτά η σχέση αυτή θα δοκιμαστεί πολλές φορές. Μέσα σε τόσες απάνθρωπες συνθήκες ο κάθε άνθρωπος πράττει μόνο για την επιβίωση του εαυτού του. Οι οικογενειακοί δεσμοί παραγκωνίζονται ή και ξεχνιούνται. Ακόμα και ο συγγραφέας ήταν μάρτυρας τέτοιων περιπτώσεων, όπου τα παιδιά επιτίθεντο στους γονείς τους, για ένα κομμάτι ψωμί, ή προσπαθούσαν να απομακρυνθούν από κοντά τους, αφήνοντας τους πίσω, στο έλεος των Ες Ες και των όπλων τους. Ο Ελί προσπαθεί να μην σκέφτεται όπως οι περισσότεροι. Ορκίζεται στον εαυτό του πως δεν θα γίνει σαν τους συγκρατούμενους του. Αν και βοηθάει συχνά τον πατέρα του, όταν ο θάνατος βρίσκει τον άτυχο γέρο τότε η σκέψη του Ελί είναι μία: επιτέλους ελεύθερος!

Φυσικά και δεν καταδικάζω την στάση του Ελί. Ποιος άλλωστε θα μπορούσε μέσα σε τέτοιες συνθήκες, όταν δεν θα μπορεί να είναι σίγουρος πως θα ξυπνήσει για να δει την αυγή της επόμενης μέρας; Θα ήθελα ωστόσο να σταθώ στα λόγια του Σταύρου Ζουμπουλάκη που θα τα βρείτε στο τέλος του βιβλίου. Και εγώ αναρωτήθηκα, όπως και ο συγγραφέας αλλά και ο κύριος Ζουμπουλάκης το εξής: τι έκαναν οι Εβραίοι για να βοηθήσουν τους εαυτούς τους; Στο αρχικό κείμενο όπως αναφέρετε στο επίμετρο, ο Ελί Βιζέλ αφήνει να εννοηθεί πως οι Εβραίοι της Ουγγαρίας, ήξεραν την μοίρα που τους περίμενε, παρόλα αυτά δεν έκαναν τίποτα, ακόμα και όταν μάρτυρες που είχαν ζήσει την κόλαση των στρατοπέδων γύρισαν για να τους πουν όσα είδαν. Τι έκαναν οι σύμμαχοι που γνώριζαν τα όσα συνέβαιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά δεν παρέμβαιναν; Πόσοι αθώοι άνθρωποι, μωρά, παιδιά, χάθηκαν άδικα μόνο και μόνο για να τελειώσει άλλος ένας πόλεμος και να στεφθεί νικητής ο καλύτερος; 

Το βιβλίο η Νύχτα είναι ένα από τα βιβλία που όχι απλώς με σημάδεψε, αλλά χαράκτηκε βαθιά στην ψυχή μου. Δεν σας κρύβω πως επηρεάστηκα αρκετά. Δίκαια το βιβλίο του Ελί Βιζέλ διδάσκεται σε σχολεία, πανεπιστήμια και αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο, της φρίκης του πολέμου. Η Νύχτα είναι ένα βιβλίο που σίγουρα πρέπει να διαβαστεί από όλους μας ανεξαιρέτως! 

ΥΠΟΘΕΣΗ

Στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου, ο Ελί Βιζέλ και η οικογένειά του στάλθηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το βιβλίο αυτό είναι ένα ντοκουμέντο αυτής της κτηνωδίας: του χαμού των γονιών του, του τρόμου από τον οποίο κατάφερε να ξεφύγει, του αγώνα του για επιβίωση σ' έναν κόσμο που τον απογύμνωσε από την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια και την πίστη του.
Γραμμένο σε γλώσσα λιτή, με τη ματιά του αυτόπτη μάρτυρα, η Νύχτα αποτελεί μία από τις πιο άμεσες και διεισδυτικές αφηγήσεις που γράφτηκαν ποτέ για το Ολοκαύτωμα, η οποία έχει διαβαστεί από εκατομμύρια ανθρώπους, έχει μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες, διδάσκεται σε σχολεία και πανεπιστήμια.

Στην έκδοση περιλαμβάνονται τόσο πρόλογος του ίδιου του συγγραφέα (2007) όσο και πρόλογος του νομπελίστα Φρανσουά Μοριάκ.

Η οικογένεια του δεκαεξάχρονου Ελιέζερ θα διαβεί την πύλη της κόλασης του Άουσβιτς, τον Ιούνιο του 1944. Η οικογένεια δεν θα μείνει ενωμένη, όπως ήθελαν με αφέλεια ο πατέρας και η μάνα, θα χωριστούν αμέσως τα αρσενικά από τα θυληκά μέλη της. Τη στιγμή εκείνη, χωρίς να το ξέρει χωρίζεται για πάντα από τη μάνα του και τη λατρεμένη μικρή αδερφή, την Τσιπόρα ή, τρυφερότερα, Τσιπούκα (Ιουδήθ, το επίσημο όνομά της). Αργότερα θα ομολογήσει ότι ποτέ στη ζωή του δεν αγάπησε ανθρώπινο πλάσμα όσο αυτή η μικρή. Στο τέλος του πολέμου έχουν χαθεί όλοι από τη στενή και την ευρύτερη οικογένεια. Επέζησε ο ίδιος και οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του, η Χίλντα και η Μπέα.

Από το επίμετρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη

Κριτική: Χριστίνα Μιχελάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :