Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

"Αμαρτωλή πόλη" Μάνος Κοντολέων

«Αμαρτωλή πόλη». Ένα βιβλίο. Πολλά συναισθήματα. Όταν το πήρα στα χέρια μου, εντυπωσιάστηκα από το εξώφυλλο του. Ήταν πέρα από τα συνηθισμένα. Παράξενο μα και όμορφο συνάμα. Όσο παράξενη και όμορφη είναι η ιστορία που μας διηγείται ο Μάνος Κοντολέων στο βιβλίο του.

Τέσσερα πρόσωπα. Στεφανία, Κλεάνθης, Τονίνο, Κωνσταντής. Μία πόλη. Αμαρτωλή ή όχι εσείς αποφασίζετε.  Τέσσερα πρόσωπα και μία πόλη. Χαρακτήρες, στιγμές, γεγονότα αληθινά ή μη που μπλέκονται μεταξύ τους.

Ο Μάνος Κοντολέων τοποθετεί το υπόβαθρο της ιστορίας του σε μία κατεστραμμένη οικονομικά Ελλάδα. Ναι στην περίοδο της οικονομικής κρίσης που ζούμε τα τελευταία χρόνια. Εκεί οι σχέσεις των ηρώων μας, με την κοινωνία αλλά και μεταξύ τους δοκιμάζουν και δοκιμάζονται, αμφισβητούν και αμφισβητούνται. Καταστρέφουν και καταστρέφονται. Επιβιώνουν όμως στο τέλος.

Η Στεφανία, είναι ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι που βλέπει την ζωή της να βουλιάζει στο βούρκο από
την μία στιγμή στην άλλη. Είναι ένα κορίτσι που συνηθισμένη στις πολυτέλειες και τις ανέσεις, αδυνατεί να αντεπεξέλθει στα απρόσμενα γεγονότα της ζωής της. Γεγονότα που με την δική της απόφαση, αλλά πολλές φορές και απραξία/παραίτηση θα έλεγα, καταστρέφουν το μέλλον της και μαζί του όσες αξίες και όνειρα είχε στη ζωή της. Οι λάθος επιλογές της, η δειλία που την κυριεύει (αν και προσπαθεί να την πολεμήσει) και το πείσμα της, την οδηγούν σε κακά μονοπάτια και επικίνδυνα.


Ο Κλεάνθης, ένας σαραντάρης επιχειρηματίας βιώνει την αποτυχία. Βουλιάζει στα χρέη και βλέπει την επιχείρηση του, τους κόπους μιας ζωής και όσα έφτιαξε λιθαράκι, λιθαράκι, να γκρεμίζονται. Οι φανερές κατηγορίες της γυναίκας του και η εγκατάλειψη της, τον τσακίζουν, τον συνθλίβουν και τον ρίχνουν στην κατάθλιψη. Μόνο φωτεινό σημείο της ζωής του η κόρη του Στεφανία. Για αυτήν θα προσπαθήσει να σταθεί ξανά στα πόδια του. Το σκληρό της βλέμμα όμως και οι βουβές, αυτή την φορά κατηγορίες της, θα τον γονατίσουν για άλλη μια φορά.

Τονίνο, ένα μπερδεμένο αγόρι. Ένα αγόρι που κρύβει την ιδιαιτερότητα του και στην προσπάθεια του να την καμουφλάρει γίνεται ο σαμποτέρ του ίδιου του, του εαυτού. Σαμποτάζ θέλει να τον φωνάζουν.

Ο Κωνσταντής. Ένας εικοσάχρονος φοιτητής. Ίσως και ο μόνος θετικός χαρακτήρας σε αυτή την ιστορία, κυνηγάει τα θέλω του και τα πετυχαίνει. Επιστρέφει όμως την κατάλληλη στιγμή για να δώσει, μάλλον, μία μορφή λύτρωσης.

Θα παραδεχτώ πως ήταν η πρώτη φορά που διάβασα κάποιο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων. Και όμως ερωτεύτηκα τον τρόπο γραφής του. Η ωμή, κοφτερή του γλώσσα έδινε ένα άλλο αέρα ρεαλισμού στο κείμενο. Δεν φοβάται να πει αυτά που βλέπει καθημερινά στους δρόμους, δηλαδή την κατάντια και τον ξεπεσμό μιας χώρας και των ανθρώπων της, που όλοι μας έχουμε αποδεχτεί αλλά σιωπάμε. Οι χαρακτήρες του τόσο ζωντανοί, τόσο αληθινοί που πολλές φορές αναρωτιόμουν αν κάπου, κάποτε στη ζωή μου, έχω συναντήσει τυχαία, έχει διασταυρωθεί το βλέμμα μου με κάποιον από αυτούς ή με άλλους που ταυτίζονται μαζί τους.

Ο Μάνος Κοντολέων μέσα από το βιβλίο του τολμάει να πει όσα εμείς οι ίδιοι δεν λέμε, ακόμα και στους εαυτούς μας. Ξεσκεπάζει την κατάντια των ανθρώπων, των κτηρίων, ολόκληρων των πόλεων, περιγράφοντας συνθήκες κρίσης, φτώχειας, κακομοιριάς. Η «Αμαρτωλή πόλη» δεν είναι μια ουτοπία για τους αμαρτωλούς. Είναι μια βρώμικη πόλη, συναισθηματικά κατεστραμμένοι, κοινωνικά ξεπεσμένοι, ντυμένη με κουρέλια, αχτένιστα μαλλιά γεμάτα βρωμιές, όπως όλοι εκείνοι όσοι έχουν χάσει τα πάντα και το μόνο που τους έχει μείνει είναι, να περιφέρονται άδικα και αδιάκοπα μέσα στους αμαρτωλούς της δρόμους.

Εικόνες, αισθήσεις, γεύσεις ακόμα και μυρωδιές μπλέκονται και εναλλάσσονται κατά την εξέλιξη των ιστοριών των χαρακτήρων του συγγραφέα. Η αφηγηματική σκοπιά αλλάζει πολλές φορές οπτική γωνία, βοηθώντας τον αναγνώστη να εμβαθύνει περισσότερο στην ψυχή του εκάστοτε ήρωα, στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις αποφάσεις που παίρνει.


Διάβασα το βιβλίο με μια αναπνοή. Η γραφή, ο λόγος, οι χαρακτήρες του συγγραφέα και η αμαρτωλή πόλη του, η αμαρτωλή πόλη που όλοι ζούμε με συνεπήρε. Με πέταξαν, με διέλυσαν, με βίασαν, με πλήγωσαν αλλά στο τέλος με εξύψωσαν προς ένα καλύτερο αύριο.

Μα το ερώτημα είναι ένα, πότε μια πόλη γίνεται αμαρτωλή; Και πώς τάχα; Μήπως είναι οι κάτοικοι της που αφού πρώτα οι ίδιοι αμαρτήσουν, στη συνέχεια μολύνουν και την πολιτεία που τους φιλοξενεί;
Ή να’ ναι η ίδια η πόλη που διοχετεύει τις αμαρτωλές σκέψεις της σε όσους την επέλεξαν για να ζήσουν μέσα στις λεωφόρους της, στα πάρκα της, στις πιο απόμερες γειτονιές της;
Ό,τι κιν αν ισχύει, το αποτέλεσμα μένει σταθερό.
Μιλάμε για μια πόλη αμαρτωλή.
Που κάποτε -ίσως- να μην ήταν.
Και μιλάμε, ακόμα, για ανθρώπους αμαρτωλούς.
Που κάποτε -ίσως- να μην ήταν.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια χώρα. Μια πόλη. Οι άνθρωποι... Η Στεφανία, ο Κλεάνθης, ο Τονίνο (που θέλει να τον φωνάζουν Σαμποτάζ)...
Σε εποχή μεγάλης οικονομικής κρίσης. Αλλάζουνε όλα και όλοι.
Αλλάξανε -γαμώτο μου!- οι δρόμοι, τα μαγαζιά, τα σπίτια.
Αλλάξανε οι άνθρωποι... Πάρ’ το χαμπάρι, φίλε!
… Μα κάποια πράγματα -το ξέρω και δε χρειάζεται εσύ να μου το πεις- δεν έχουν, ακόμα, αλλάξει.
Όπως τα μαλλιά της Στεφανίας! Ήταν και παραμένουν κόκκινα. Και μακριά. Και όλο μπούκλες.
Όχι, αυτά δεν αλλάξανε... Ακόμα έστω.
Είναι μαλλιά που είχαν και έχουν την απόχρωση μιας φλόγας την ώρα που ετοιμάζεται να σβήσει. Έτσι ήταν τα μαλλιά της Στεφανίας από πάντα. Και πάντα κόκκινα παραμένουν? δεν αλλάξανε. Μα μέχρι πότε θα είναι τα ίδια;

Κριτική: Χριστίνα Μιχελάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :