Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Δώσε για να… έχεις


Διονύσης Λεϊμονής,
εκπαιδευτικός-συγγραφέας.

Όταν παίρνεις γεμίζουν τα χέρια σου, όταν δίνεις γεμίζει η καρδιά σου … μια φράση «κλειδί», που μπορεί να «ξεκλειδώσει» την καρδιά μας, να απελευθερώσει τους κρουνούς της δοτικότητάς μας, να ανοίξει επιτέλους τους ασκούς της ανθρωπιάς. 

Σήμερα βιώνουμε μια δύσκολη πραγματικότητα, μια κατάσταση που μερικές στιγμές φαντάζει αφόρητη, δυσβάστακτη, μα το πιο σπουδαίο και το πιο θαυμαστό είναι πως ακόμα και τώρα δεν στέρεψε η ανθρωπιά μας, δεν σώθηκε η διάθεση να χαρίσουμε, να στηρίξουμε, να συνδράμουμε όποιον βλέπουμε πως λίγο πιο «κάτω» από εμάς. Κι ενώ φαντάζει παράδοξο πώς δίνοντας κατέχουμε, πώς συνεισφέροντας, ακόμα έχουμε κι άλλα να δώσουμε, αρκεί να σκεφτεί κανείς πως η ψυχική πληρότητα δεν έρχεται μόνο όταν είναι γεμάτα τα χέρια σου, αλλά κυρίως όταν είναι πολύ γεμάτη η καρδιά σου. Κι η καρδιά γεμίζει, όταν αντιλαμβάνεσαι πως ακόμα και με λίγα μπορείς να χαρίζεις χαμόγελα, ζεστασιά, αγάπη, φροντίδα. Αυτό προσπαθεί όποιος δεν αποστεώθηκε συναισθηματικά, όποιος δεν κατάντησε ψυχικό ράκος, όποιος παλεύει να πάει κόντρα σε ένα σκληρά υλιστικό πνεύμα που προτρέπει να παίρνουμε, να κατακτάμε,πολλές φορές να αρπάζουμε από άλλους, να γίνουμε εμείς οι τρισμέγαλοι αφήνοντας όλους τους άλλους πίσω μας να μας θαυμάζουν άφωνοι. Αυτή η τάση που κυριεύει το είναι μας και μας κάνει να μοιάζουμε με θηρία, με αρπακτικά, με ζώα που κατασπαράζουν τα πιο αδύναμα, τα πιο μικρά, τα πιο ανίσχυρα. Αρκεί να σκεφτούμε μόνο πως τα γεμάτα χέρια απρόσμενα για πολλούς πολλούς λόγους μπορεί να παραμείνουν άδεια, η γεμάτη καρδιά όμως, πως δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μείνει γυμνή. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, κι αυτό οφείλουμε να φροντίσουμε «αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι», όπως πολύ ωραία μας τονίζει σε ένα εξαιρετικό του ποίημα ο Τάσος Λειβαδίτης.

Και τώρα το εργαστήρι μας… Ανοίξτε τους ασκούς της καρδιάς σας κα μοιραστείτε με κάποιον τα πλούτη σας. Πού θα δίνατε σήμερα το απόθεμά της ψυχής σας; Σε ποιους και με ποιο τρόπο;

Είμαι σίγουρος πως έχετε να δώσετε πολλά, γι’ αυτό σας ευχαριστώ θερμά…

Διονύσης Λεϊμονής
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Διονύσης Λεϊμονής γεννήθηκε στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας. Εργάζεται στην Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ζει μόνιμα στην Νέα Ιωνία Βόλου. Παράλληλα με την συγγραφή λογοτεχνικών έργων ασχολείται με την αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά. Το 2005 απέσπασε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο διαγωνισμό λογοτεχνίας του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών, για το διήγημά του: "Ζωή από τα χαλάσματα¨". "Η κολυμβήθρα του Σιλωάμ" είναι η πρώτη εκδοτική του προσπάθεια. Τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφορεί το νεανικό του μυθιστόρημα: "Το μυστικό της Δαγκάνας", από τον Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τραπέζης Κύπρου. Ακολουθούν τα έργα του "Το χαμένο ταίρι", "Τίμια δώρα", "Το δέκατο έβδομο κιβώτιο". Έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα: "Τα κείμενα" "Ιστορίες από ένα παγκάκι",και λάβει επίσης διακρίσεις για διηγήματα αλλά και ποιήματά του.


Επ. Άρθρου:Βασιλική Μπούζα



12 σχόλια:

  1. Σίγουρα αν διέθετα πλούτη πολλά
    και θαυμαστά,υλικά θα τα έδινα με
    άπλετη χαρά και ενθουσιασμό σε ανθρώπους
    που δεν είχαν τύχη, πόρους και θα χρειάζονταν
    μια κάποια ενίσχυση στην ταλαιπωρημένη τους ζωή.
    Το κυρίαρχο όνειρό μου - πρώτη σκέψη που θα
    έκανα αν είχα πράγματι έναν καλό αριθμό πλούτου
    είναι να έχτιζα ένα ορφανοτροφείο για όλα
    τα παιδιά που είχαν ανάγκη να βρουν και να αγκαλιάσουν
    μια οικογένεια και τη ζεστασιά της.
    Τώρα καθώς τα πλούτη τα θαυμαστά που ανέφερα και
    παραπάνω δεν είναι μονάχα υλικά αλλά και ψυχής
    θα πρόσφερα την στήριξή μου σε όποιον φίλο, συγγενή
    αν είχε κάποιο πρόβλημα. Γιατί στη δύσκολη εποχή που βιώνουμε
    είναι απαραίτητη η στήριξη στους δικούς μας ανθρώπους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχής έργον θα ήτνα να δίναμε τόσο παλόχερα, να προσφέραμε... σ ευχαριστώ

      Διαγραφή
  2. ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ

    Σαν το μελίσσι που με λαιμαργία τρυγά τη γύρη
    μοιάζει η βιασύνη μου ν' αδράξω τη ζωή,
    δεν παραδίνομαι στου χρόνου το λιοπύρι,
    δε συμβιβάζομαι στα πρέπει και στα μη.

    Στην αγκαλιά μου τρυφερά θέλω να κλείσω
    κάθε δυστυχισμένο που πονά
    και με τα λόγια μου ελπίδα να χαρίσω
    σ' αυτόν που του 'χουν κόψει τα φτερά.

    Το γέλιο να ανθίσει στη ζωή του,
    με χρώματα να ντύσει τις στιγμές,
    η ευτυχία να μεθά την ύπαρξή του,
    ν' αφήσει πίσω τις λαβωματιές.

    Κι όταν μετά από καιρό τον συναντήσω
    απαλλαγμένο απ' της θλίψης το κλουβί,
    ένα χαμόγελο στα μάτια του αν αντικρίσω
    θα είναι η δική μου ανταμοιβή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητή Ντίνα, πανέμορφη η συμβολή σου στο εγαστήρι μας, μελωδική και ρυθμική... μακάρι να συντνιστούμε όλοι...

      Διαγραφή
  3. Τι όμορφο να δίνεις, να μοιράζεσαι. Πόσο ψηλώνει η ψυχή με την προσφορά και τους καρπούς αυτής.
    Πόσοι όμως τολμούν να αφήσουν στην άκρη το τεράστιο τους εγώ ώστε να δώσουν; Θεωρώ ότι η μάστιγα των καιρών μας είναι αυτό ακριβώς. Ότι δηλαδή δεν μπορούμε να δώσουμε. Δεν έχουμε μάθει να ζούμε κοιτάζοντας πέρα από τον εαυτούλη μας.
    Ας προσπαθήσουμε, ας δώσουμε, η ζωή είναι μικρή και κάτι θα πρέπει να θυμόμαστε σαν τα χρόνια αγγίξουν το τέρμα της διαδρομής μας. Μα περισσότερο… Για κάτι θα πρέπει να μας θυμούνται.
    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΝΙΤΣΑ ΣΩΠΥΛΗ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλή μου Κατερίνα, με βρίσκει σύμφωνο ο προβληματισμός σου, απόλυτα τεκμηριωμένος σε μια άκρως ατομικιστική εποχή, μέσα όμως κι από αυτ΄ν, με την ποίηση και τη λογοτεχνία ελπίζουμε ανοίγοντας μια νέα πόρτα ζωής, σ ευχαριστώ

      Διαγραφή
  4. Θα μοιραστώ μαζί σας μια μικρή μου ιστορία γιατί το να μοιράζεσαι είναι αξία σταθερή και ανεκτίμητη.
    Το κόκκινο μπαλόνι
    Το κοριτσάκι έτρεξε ξυπόλητο μέσα στις λάσπες. Λίγα λεπτά πριν κατάφερε να κλέψει ένα κόκκινο μπαλόνι από μια υπαίθρια δεξίωση. Η κλεψιά δεν πέρασε απαρατήρητη. Ανθρωπόμορφα τέρατα άρχισαν να την κυνηγούν. Το κορίτσι ήξερε καλά την πόλη και ας μην ήταν η πατρίδα του. Το κορίτσι δεν ήθελε να γίνει κλέφτρα. Μονάχα να παίξει, λίγο πολύ λίγο. Έτσι για να μην ακούει το στομαχάκι της να γουργουρίζει από την πείνα.
    Τα ανθρωπόμορφα τέρατα έβγαζαν άναρθρες κραυγές σαν κανίβαλοι της ζούγκλας. Το κοριτσάκι τους μπέρδεψε άφηνε ίχνη ψεύτικα και έγινε καπνός μέσα από τα στενά ανήλιαγα σοκάκια της πόλης. Μέσα σε μια μισοτελείωτη οικοδομή κοίταξε το ευρημά της. Δε διασκέδαζε πια, τώρα πείναγε ακόμα πιο πολύ. Χίλιες φορές καλύτερο να είχε διακινδυνεύσει να κλέψει ένα από τα λαχταριστά, ζεστά στρογγυλά ψωμάκια και ίσως τότε κανένας να μην την είχε αντιληφθεί. Μίσησε τότε αυτό το κόκκινο μπαλόνι. Το πότισε με τα δακρυά της, το σήκωσε ψηλά και το κοίταξε με δέος. «Δεν αξίζεις» του είπε «μόνο πόνο μου έφερες». Σήκωσε τα χεράκια της όσο πιο ψηλά μπορούσε, κοίταξε προς τον ουρανό και το άφησε να φύγει παρακολουθώντας το ώσπου να γίνει μια μικρή κόκκινη κουκίδα. Ύστερα άρχισε να ψάχνει τον πλησιέστερο κάδο για κάποια τυρόπιτα μισοφαγωμένη ή κάτι καλύτερο. Ήταν στιγμές που έβρισκε ολόκληρο γεύμα δεμένο στη λαβή του κάδου από κάποιον που δεν πεινούσε άλλο. Σήμερα όμως δεν ήταν η τυχερή της μέρα. Δεν βρήκε τίποτα, μα τίποτα φαγώσιμο. Σιωπηλά καταράστηκε εκείνο το μπαλόνι και το μπαλόνι έσκασε και άρχισε να βρέχει ασημόσκονη από τον ουρανό.
    Μετά κούρνιασε σε ένα πεταμένο στρώμα και έκλεισε τα μάτια της για πάντα. Η ασημόσκονη επηρέασε όλον τον κόσμο. Μπήκε στο στόμα, στα ρουθούνια, στα μαλλιά και στο δέρμα όσων είχαν την ατυχία να κυκλοφορούν έξω εκείνη τη νύχτα. Όσοι λοιπόν βράχηκαν από αυτή τη βροχή τρελάθηκαν και άρχισαν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Άλλοι με πέτρες, άλλοι με ρόπαλα, με τσάντες, με σουγιάδες. Μα ακόμα κι αν δεν έβρισκαν κάποιο πρόχειρο όπλο δάγκωναν. Μέσα σε λίγες ώρες η πόλη γέμισε πτώματα. Και όσοι γλίτωσαν ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους και μετά από λίγο καιρό η πείνα τους θέριζε και έπρεπε να βγουν έξω σε αναζήτηση τροφης. Δεν άργησε να έρθει και η αρρώστια με τόσους άταφους νεκρούς. Η αρρώστια θέριζε κατά χιλιάδες ώσπου στην πόλη δεν έμεινε κανένας απολύτως. Τότε ήρθαν οι άνθρωποι με τις στολές και έβαλαν παντού φωτιές για να μη μολυνθεί και η γειτονική τους πόλη. Το περιστατικό γρήγορα ξεχάστηκε όταν σταμάτησαν να το προβάλλουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Το μπαλόνι έγινε ένας αστικός μύθος που κανείς δεν έδινε πια σημασία. Ώσπου μια μέρα ένα αγοράκι ρακένδυτο και ξυπόλητο είχε τη λαχτάρα να κλέψει ένα κόκκινο μπαλόνι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μια ιστορία, σκληρή και δυνατή, με περιισή όμως ευαισθησία αλά και θυμό για μια κοινωνία που δεν συνηθίζει να προσφέρει, ξέρει μόνο να καταδιώκει και να χτυπά... σ' ευχαριστώ πολύ

      Διαγραφή
  5. "Ω, ρε γαμώτο! Ποιος κάθεται να κλείσει τώρα ταμείο; Το κεφάλι μου είναι κουδούνι".
    Τέλος βάρδιας και όπως κάθε μέρα, τα νεύρα μου σπασμένα. Ένα κεφάλι καζάνι και οι αμυγδαλές σαν μπαλάκια του τένις από το πολύ μπούρου μπούρου με τους πελάτες. Σαν τις κατίνες της γειτονιάς. Στο διάολο.! Και δεν φτάνει που μάλλιασε η γλώσσα μου να λέω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, έχω και την κάθε αργόσχολη που έρχεται να μου πει τα νέα όλου του χωριού χωρίς καν να τη ρωτήσω. Τι κουτσομπόλες Θεέ μου! Γιατί δεν τις κρεμάνε στη μέση της πλατείας για παραδειγματισμό ήθελα να ΄ξερα.
    "Τι έπαθες;", με ρωτάει η διπλανή. "Πάλι νεύρα έχεις;"
    Λάθος ερώτηση στο λάθος άτομο.
    "Ναι ρε μαλάκα, νεύρα έχω. Άντε γάμησέ με κι εσύ. Κάθομαι από το πρωί εδώ πέρα και δεν έχω βάλει γλώσσα μέσα. Λες και δεν βλέπουν τι προσφορές έχουμε. Έξω αφίσες, μέσα ταμπέλες σε όλα τα ράφια και έχουν και την μαλακισμένη στο ταμείο να τους τα πρήζει. Εγώ αν ήμουν στη θέση τους, θα παρατούσα τα πράγματα, θα τους πέταγα και κανά λατινικό και θα έφευγα"
    Η αντίδρασή της όπως πάντα ήταν ένα κελαρυστό γέλιο.
    "Ναι, γέλα ηλίθια! Δεν ακούω εσένα όμως να μιλάς. Μόνο εγώ κάνω τον μαλάκα εδώ μέσα"
    "Αφού έχουμε πει, είσαι η καλύτερη. Το 'χεις παιδί μου, το 'χεις"
    "Θα σου 'λεγα τώρα τι έχω, αλλά τέλος πάντων. Άσε με να κλείσω το ταμείο γιατί θέλω να πάω στην τράπεζα. Ελπίζω να μας πλήρωσαν".
    Μισή ώρα αργότερα είμαι στην τράπεζα. Ευτυχώς δεν έχει κόσμο το μηχάνημα. Ένας μόνο περιμένει. Πάλι καλά. Φτάνει η σειρά μου και με ανακούφιση βλέπω πως πληρωθήκαμε. Βγαίνω έξω και υπολογίζω τις ανάγκες. Τα παιδιά θέλουν παπούτσια, το φαγητό για το δεκαπενθήμερο, βαφή για τα μαλλιά, καπνό και τα παρελκόμενα και φυσικά το νοίκι. Μπα! Δεν φτάνουν. Κάθομαι και σκέφτομαι. Καπνό εντάξει, ας μην πάρω, άλλωστε δεν καπνίζω και πολύ, στην ανάγκη θα κάνω καμιά τράκα. Τα μαλλιά ας τα αφήσω δεκαπέντε μέρες ακόμα, αρκεί να μην τα κάνω κοτσίδα καμιά μέρα και ξεφτιλιστώ. Μας μένουν τα παπούτσια. Μάλλον μεγαλύτερη ανάγκη έχει ο Απόλλωνας που είναι λίγο σκισμένα στο πλάι. Στα άλλα ας πάρω την άλλη εβδομάδα. Ελπίζω να δείξουν κατανόηση. Διαφορετικά, θα τρώνε κάθε τρεις μέρες.
    Κάνω να φύγω, αλλά μια γυναίκα που στεκόταν απέναντι, μου τράβηξε την προσοχή. Γενικά δεν είμαι αδιάκριτη, αλλά θεώρησα πως το αν έφευγα δεν θα ήταν λεπτότητα, παρά αγένεια. Την παρατήρησα για λίγο. Τα ρούχα της ήταν φτωχικά, αλλά αξιοπρεπή. Το πρόσωπό της έδειχνε κουρασμένο και δυστυχισμένο. Επίσης έδειχνε... κλαμμένο; Δεν υπήρχε περίπτωση να φύγω. Πήγα κοντά της.

    Σοφία Κραββαρίτη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κείμενο δυνατό, με πρωτοτυπία, απόλυτα ρεαλιστικό... σ' ευχαριστώ

      Διαγραφή
  6. "Είστε καλά;"
    Με κοίταξε με άδειο βλέμμα.
    "Καλά κορίτσι μου, ευχαριστώ".
    "Σίγουρα; Με συγχωρείτε για την αδιακρισία μου, αλλά θα μπορούσα μήπως να βοηθήσω σε κάτι;"
    Στεκόμασταν σε ένα καφενείο που ήταν κλειστό και σχεδόν σωριάστηκε σε μια καρέκλα.
    "Να φωνάξω γιατρό;" ρώτησα με αγωνία.
    Κάτι μου είπε σαν "πεινάω", αλλά δεν ήμουν σίγουρη.
    "Τι μου είπατε, πεινάτε;Δεν σας άκουσα καλά"
    Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
    "Τότε;"
    "Πεινάνε" μου είπε ξεψυχισμένα και μάτωσε η καρδιά μου καταλαβαίνοντας τι εννοούσε.
    "Έχετε παιδιά;"
    "Δύο. Είναι μικρά, πάνε στο δημοτικό. Είμαι άνεργη, δεν έχω άντρα, μας εγκατέλειψε και δεν βρίσκω πουθενά δουλειά. Δεν έχω συγγενείς. Καμιά φορά βοηθάνε οι γείτονες, αλλά δεν θέλω να ζητάω. Εγώ δεν τρώω, δεν με πειράζει, ή θα φάω ό,τι περισσέψει, αλλά δεν αντέχω άλλο. Έχουνε δύο μέρες να φάνε".
    Με χτύπησε κεραυνός.
    "Έλα μαζί μου" της είπα και την πήγα σε ένα ψητοπωλείο. Παρήγγειλα σουβλάκια και πατάτες να φάει και ένα κοτόπουλο πακέτο.
    "Μη φύγεις, επιστρέφω", της είπα πηγαίνοντας πάλι στο σούπερ μάρκετ. Πήρα μπόλικες προμήθειες και μερικά πράγματα για το σπίτι μου. Φρόντισα να κρατήσω λίγα για να φτιάξω τα παπούτσια του Απόλλωνα. Κάλεσα ένα ταξί και πήγα την βρήκα. Ζήτησα από τον ταξιτζή να περιμένει. Είχε φάει και με περίμενε.
    "Που μένεις; Εδώ ή έχεις έρθει από αλλού;"
    "Εδώ" απάντησε με πιο καθαρή φωνή τώρα. Πόσο καιρό είχε να φάει αυτή άραγε, αναρωτήθηκα.
    Πήραμε το κοτόπουλο και μερικές πατάτες και πήγαμε σπίτι της.
    Όταν αντίκρισα τα παιδιά, μου ήρθε να βάλω τα κλάματα.
    Πρόσωπα αθώα, πεινασμένα, ψυχές ταλαιπωρημένες. Είδαν τις τσάντες και κοίταζαν με λαχτάρα, δεν τόλμησαν όμως να ζητήσουν κάτι.
    "Ποια είναι η κυρία;"
    "Συνάντησα τη μαμά σας στο σούπερ μάρκετ που ψώνιζε και επειδή εγώ πήγαινα με ταξί στο σπίτι μου, ήταν στον δρόμο μου και είπα να μην τα κουβαλάει όλα αυτά".
    Δεν ρώτησαν που βρήκε χρήματα. Ήταν τόσο συγκινητικός ο τρόπος που προστάτευαν την κατάστασή τους!
    Τους χαιρέτησα και η μητέρα με ξεπροβόδισε. Ξαφνικά θυμήθηκα κάτι. Δύο μέρες πριν, ένας κύριος μεγαλούτσικος, που είχε έρθει για τα ψώνια του, με είχε ρωτήσει αν γνώριζα κάποια γυναίκα έμπιστη για να τον βοηθάει τις πρωινές ώρες στο σπίτι. Ευτυχώς μου είχε αφήσει το τηλέφωνό του. Μου είπε να την έστελνα και αύριο αν ήταν δυνατόν. Η ευγνωμοσύνη και τα δάκρυα στο πρόσωπό της, ζέσταναν την καρδιά μου. Το συναίσθημα της προσφοράς είναι ανώτερο όλων. Έκανα μια οικογένεια χαρούμενη και δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή πως θα είχα πρόβλημα αν καθυστερούσα το νοίκι άλλες δεκαπέντε μέρες. Δεν σκέφτηκα ούτε τα παιδιά, ούτε ότι οι προμήθειες δεν έφταναν για δύο εβδομάδες ακόμα.
    Έφτασα στο σπίτι με τα λιγοστά πράγματα και τα παιδιά με κοίταξαν απορημένα.
    "Δεν πληρώθηκες;"
    "Θα πάμε για παπούτσια;"
    "Μας έφερες καμιά σοκολάτα;"
    Τους έδωσα μία σοκολάτα στα τρία και ζήτησα να με ακούσουν που ήθελα να τους διηγηθώ κάτι που συνέβη. Τελειώνοντας την αφήγησή μου, δεν μιλούσαν για λίγο. Τελικά τρεις ερωτήσεις άκουσα. Μία από κάθε στόμα.
    "Τους ψώνισες σίγουρα αρκετά;"
    "Θα τους φτάσουν μέχρι να πληρωθεί;"
    "Πεινούσανε πολύ τα παιδιά;"
    Τα κοίταξα βουρκωμένη και ευτυχισμένη. Μια σκέψη, μόνο μια μου ήρθε στο μυαλό.
    "Δικαίωσις".
    Σοφία Κραββαρίτη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ομορφη η ιστορία σου, αποτυπώνεις μια κατάσταση που αντικρίζουμε όλοι καθημερινά αλλα λίγοι από εμάς έχουν τα κότσια να κάνουν αυτό που έκανε η ηρωίδα σου... μακα΄ρι να γίνει πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς μας...

      Διαγραφή

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :