Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Κριτική:Θέλω να σε τρομάξω.

  «Θέλω να σε τρομάξω» μας λέει η συγγραφέας κ. Μαρία Μηλιαρά και πραγματικά σκέφτεσαι τι μπορεί να είναι αυτό που μπορεί να σε τρομάξει. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω για την Ελένη, η οποία γεννημένη και μεγαλωμένη σε μία από τις ομορφότερες πόλεις της Ευρώπης, τη Βιέννη, έρχεται αντιμέτωπη με μία σκληρή πραγματικότητα. Τον πόλεμο. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται προ των πυλών και η Ελένη Δορικάκου θα τον βιώσει με τον χειρότερο τρόπο. Αναγκάζεται να αφήσει την ασφάλεια του πλούσιου γάμου της, τον αυστριακό άντρα της, τον Κουρτ, την οικονομικής της άνεση και να επιστρέψει στην πατρίδα της, την Ελλάδα, προκειμένου να σώσει την κόρη της, τον γαμπρό της και τον πολυαγαπημένο της εγγονό. Μόνη, με μοναδική συντροφιά τον μικρό Νικόλα τον εγγονό της, με νέα ταυτότητα, δραπετεύει με άκρα μυστικότητα από τη Βιέννη στην Πάτρα και θα παλέψει για την επιβίωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ένας αγώνας σκληρός και αδυσώπητος. Ένας αγώνας που την λύγισε, την πείσμωσε, αλλά κυρίως την βοήθησε να γνωρίσει ουσιαστικά τον εαυτό της. Δίπλα της, φύλακες άγγελοι και συμπαραστάτες ο πατέρας της, Γιάννης και ο καπετάν Θανάσης. Συνοδοιπόροι και στηρίγματα στις δύσκολες στιγμές της στην Πάτρα ο Ανδρέας και η Αργυρώ, ο γιατρός Αλέξανδρος και η Μαργαρίτα.


   Και κάπως έτσι η «καλομαθημένη» Ελένη έρχεται αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα. Η διήγηση σε πρώτο πρόσωπο αμέσως σε κάνει να σκεφτείς ότι διαβάζεις ένα ημερολόγιο. Τις σκέψεις, τους φόβους και τις ανησυχίες μίας γυναίκας που ξαφνικά βρέθηκε να παλεύει με την επιβίωση. Με καθήλωσε το γεγονός ότι σημαντικά γεγονότα, πολιτικά, παρουσιαζόντουσαν ως απλές φήμες, όπως ακριβώς συνέβαινε στις γειτονιές της Πάτρας, στις γειτονιές κάθε ελληνικής πόλης κατ’ επέκταση. Ένα γεγονός το οποίο με έκανε να συνειδητοποιήσω την άγνοια των ανθρώπων για το τι ακριβώς συνέβαινε πολιτικά, τι παιχνίδια παίζονταν πίσω από τις πλάτες τους. Και είναι πραγματικά συγκλονιστικό να διαβάζεις για τα τραγικά αυτά γεγονότα μέσα από τη ματιά των απλών, καθημερινών ανθρώπων. Έκλαψα με την εξιστόρηση της σφαγής των Καλαβρύτων. Έχοντας επισκεφθεί άπειρες φορές το μέρος, έχοντας αποτίσει φόρο τιμής στο μνημείο προς τιμή των θυμάτων, η γραφή της κ. Μηλιαρά με έκανε να σκεφθώ για άλλη μία φορά πόσο κτήνη μπορούν να γίνουν οι άνθρωποι και δυστυχώς πόσο εύκολα ξεχνάμε την ιστορία μας.

  Ταυτίστηκα με την Ελένη στο δίλημμα της. Ανάμεσα σε δύο πατρίδες. Την Αυστρία, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και την Ελλάδα, από όπου καταγόταν. Η μία σύμμαχος στις κτηνωδίες των Γερμανών και η άλλη εχθρός και πολέμιος τους. Η μία να την γεμίζει ντροπή και να προσπαθεί να αποκρύψει την ταυτότητά της και η άλλη να την γεμίζει περηφάνια. Πόνεσα με την Ελένη στον πόνο της για την τύχη των παιδιών της, για την προστασία του εγγονού της, για τα πρόσωπα που έχασε και ήταν μακριά και δεν μπόρεσε να τα αποχαιρετήσει, για την απομάκρυνσή της – σωματική, ψυχική, συναισθηματική – από τον άντρα που τόσο αγάπησε. Γιατί ο πόλεμος δεν άφησε καταστροφές μόνο σε κτήρια και ανθρώπινες ζωές, άφησε καταστροφές και σε συναισθήματα, στην καρδιά και στην ψυχή. 

  Μαζί με την Ελένη πάλεψαν και οι φίλοι της. Ο Ανδρέας και η Αργυρώ, οι πρώτοι άνθρωποι που γνώρισε όταν έφτασε στην Πάτρα. Πέρασαν τον δικό τους Γολγοθά, τις δικές τους απώλειες, αλλά πάντα ήταν δίπλα της να την ενθαρρύνουν. Ο γιατρός, ο Αλέξανδρος, ο οποίος της έδωσε σπίτι να μείνει και να φροντίζει την γυναίκα του, τη Μαργαρίτα. Μία γυναίκα βουτηγμένη στον πόνο, την κατάθλιψη, για τον χαμό της μικρής της κόρη. Μία γυναίκα που βρήκε τη δύναμη να σταθεί μπροστά στους κατακτητές και να υπερασπιστεί ένα άλλο παιδί. Και το πλήρωσε με τη ζωή της. Και ο Αλέξανδρος ο οποίος με κάθε τρόπο βοηθούσε τους τραυματίες στο νοσοκομείο, ο οποίος δεν δίστασε να μπει και σε οργανώσεις προκειμένου να πολεμήσει τον εχθρό.

   Αλλά και ο πατέρας της, ο Γιάννης, βράχος δίπλα της. Έστω και από μακριά. Στήριγμα σε όλα τα δύσκολα, ακόμα και όταν η Ελένη δεν είχε από πού να κρατηθεί, όταν δεν ήξερε που βρίσκονται και αν ζουν τα παιδιά της. Ένα στήριγμα που αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι η οικογένεια. Και ο καπετάν Θανάσης, χωρίς τη βοήθεια του οποίου δεν θα είχε φτάσει ποτέ ως την Πάτρα. Ο καπετάν Θανάσης που τα έδωσε όλα για την πατρίδα, για την ελευθερία, για τη βοήθεια προς τους συνανθρώπους του που είχαν ανάγκη. Ένας άνθρωπος που έδωσε και τη ζωή του, όπως εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι. Και μέσα σε όλα αυτά ο αγώνας της κόρης της, Άννας, και του γαμπρού της, Λουκά. Δύο νέοι άνθρωποι που δεν διστάζουν προκειμένου να παλέψουν για τα ιδανικά τους, να αφήσουν το παιδί τους στη γιαγιά και να πάνε να πολεμήσουν, να αντισταθούν, να παλέψουν για έναν κόσμο ελεύθερο. Να παλέψουν για έναν κόσμο στον οποίο θα αξίζει να ζεις και να ονειρεύεσαι, για έναν κόσμο ειρηνικό στον οποίο αξίζει να μεγαλώσει ο γιος τους.

   Όλοι αυτοί ήταν ήρωες. Έδωσαν τον δικό τους αγώνα, ρίσκαραν για την ελευθερία. Μία ελευθερία που έγινε με επιφυλάξεις δεκτή όταν πια ο εχθρός είχε νικηθεί. Μία ελευθερία που κόστισε το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων. Μία ελευθερία που δείχνει μέσα από τα τραγικά αυτά γεγονότα πόσο σημαντική είναι και πόσο εύκολα εμείς σήμερα τη θεωρούμε δεδομένη. Η κ. Μηλιαρά μέσα από την αμεσότητα της γραφής, εστιάζοντας στα σημαντικά γεγονότα, αποφεύγοντας τις περιττές πολιτικές, στρατιωτικές αναλύσεις, πραγματικά μας τρομάζει με το πόσο σκληρός γίνεται ο άνθρωπος όταν έχει εξουσία και μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι το πιο δύσκολο πράγμα τελικά είναι να είμαστε άνθρωποι, να αγαπάμε, να βοηθάμε. Και κυρίως ότι ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε … «Θέλω να σε τρομάξω», λοιπόν, αλλά εγώ θα συμπλήρωνα «Θέλω να σε ξυπνήσω», ώστε να μην ξανά ζήσει ο πλανήτης μία τέτοια καταστροφή.

Χαρακτηριστικά Βιβλίου

    Συγγραφέας: ΜΗΛΙΑΡΑ, ΜΑΡΙΑ Κ.
    Έτος έκδοσης: 2015
    ISBN: 978-960-04-4582-4
    ΣΕΛ.: 464 Σχήμα: 14 Χ 20,6 


   Διαβάστε απόσπασμα


Κριτική:Χρυσή Αγγελίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :