Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Συνέντευξη με την Μαρία Κωνσταντούρου

Στο σημερινό μας αφιέρωμα φιλοξενούμε την συγγραφέα του βιβλίου "Η άγνωστη δίπλα μου", Μαρία Κωνσταντούρου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνης. Η κ. Κωνσταντούρου μας μιλάει για το νέο της βιβλίο αλλά και για την πορεία της μέχρι τώρα στον κόσμο της συγγραφής. Πάμε να την απολαύσουμε στην συνέντευξη που ακολουθεί.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στην Αθήνα, όμως πάντα νιώθω νησιώτισσα και διατυμπανίζω πως είμαι από τη Χίο, το νησί της μητέρας μου. Οι γονείς μου ήταν δυο υπέροχοι άνθρωποι• το καλύτερο πρότυπο που θα μπορούσα να έχω.

Τα παιδικά μου χρόνια, ανέμελα κι ευτυχισμένα, με εφοδίασαν με τις ωραιότερες αναμνήσεις της ζωής μου. Η περίοδος της εφηβείας μου, γεμάτη υπαρξιακούς προβληματισμούς και αναποτελεσματικές επαναστάσεις, με πέρασε γλυκά κι ανώδυνα στον περίπλοκο κόσμο της αμφισβητούμενης ωριμότητας.

Τα μάτια μου παρέμειναν ίδια, όμως άλλαξε σημαντικά ο τρόπος που κοιτάζουν. Η φωνή μου υπερασπίζεται πάνω κάτω τα ίδια πράγματα, ωστόσο απέκτησε άλλο πάθος και διαφορετική χροιά. Τ’ αφτιά μου, πάντα τεντωμένα, κέρδισαν την ικανότητα να ακούν και όσα αποφεύγουμε –ή και φοβόμαστε– να ομολογήσουμε. Τα χέρια μου αγγίζουν την επιφάνεια, όμως έχουν πια τη δύναμη να αισθάνονται το βάθος των πραγμάτων. Και η γεύση μου έμαθε να ξεχωρίζει την αληθινή νοστιμιά της αλήθειας από την παραπλανητική απόλαυση του ψεύδους.

Τώρα πια μπορεί να ακούγονται ωραία όλ’ αυτά, όμως οφείλω να ομολογήσω ότι πλήρωσα ακριβά τα μαθήματα που με βοήθησαν να περάσω στην τάξη των «μυαλωμένων ενηλίκων», των αξιοσέβαστων «μεγάλων».

Κι είναι πολλές οι φορές που με πιάνει η ακατανίκητη επιθυμία να γυρίσω τον χρόνο πίσω, να ξαναβρεθώ στην αθώα εποχή της ευπιστίας και του ονειροπολήματος...

Μοιραία, κάποια στιγμή άρχισα να γράφω. Στην αρχή ημερολόγιο, έπειτα σκέψεις, αργότερα αναλύσεις συναισθημάτων και συμπεριφορών. Η Έκθεση ήταν το αγαπημένο μου μάθημα κι εγώ η αγαπημένη των φιλολόγων μου. Έκανα όνειρα για μένα κι οι καθηγητές μου στοιχημάτιζαν πάνω μου. Τους έβγαλα ασπροπρόσωπους όταν πέρασα στη Φιλοσοφική, αλλά τους απογοήτευσα οικτρά όταν παράτησα τις σπουδές μου για να παντρευτώ. Ωστόσο, κράτησα πάντα σαν εραστή μου τη λογοτεχνία.

Συνέχισα να γράφω και εργάστηκα ως μεταφράστρια βιβλίων για πάνω από δώδεκα χρόνια. Κι όταν ο γάμος μου τελείωσε, έκανα την κίνηση να αποτυπώσω τις εμπειρίες μου στο χαρτί. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα, Όταν οι Γυναίκες Τολμούν, κι έτσι βρήκα τον δρόμο που πάντα γύρευα. Μέχρι τότε, δεν πίστευα ότι θα διεκδικούσα ποτέ τον τίτλο του «συγγραφέα», όμως η αγάπη μου για το γράψιμο και τα απίθανα σενάρια που συνθέτει καθημερινά η ίδια η ζωή με παροτρύνουν να μπερδεύομαι κάθε τόσο με τις νεράιδες και τους δράκους, τους όμορφους πρίγκιπες και τις καλοσυνάτες δεσποσύνες των παραμυθιών που συντροφεύουν αέναα και πεισματικά την ενηλικίωσή μας.

Από τις Εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της Όταν οι Γυναίκες Τολμούν, Σε Βλέπω Παντού, Το Πολύ δεν Είναι Πάντα Αρκετό, Σκιές στο Χρόνο, Ζωή μου, Εσύ…, Αγεφύρωτες Σιωπές, Χωρίς Εσένα (παράλληλη λογοτεχνία με το βιβλίο Δεν Υπήρξα Ποτέ της Θάλειας Κουνούνη), Μια Ανάσα Μακριά.

Ένα βίντεο για την συγγραφέα Μαρία Κωνσταντούρου και το βιβλίο της "Η άγνωστη δίπλα μου" των εκδόσεων Λιβάνη από τους Θεματοφύλακες Βιβλίων

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Καλησπέρα κ. Κωνσταντούρου. Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που παραχωρείτε στο blog μας «Θεματοφύλακες Βιβλίων». Νέο βιβλίο και ένας τίτλος ο οποίος πιστεύω αντιπροσωπεύει το σήμερα. «Η άγνωστη δίπλα μου», λοιπόν, και μία νέα κοπέλα εγκαταλείπει τη μεγαλούπολη για να πάει στην επαρχία. Υπήρξε κάποιο γεγονός που αποτέλεσε αφορμή για μία τέτοια ιδέα;

Αρχικά θέλω κι εγώ να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση σε αυτή την αναμφίβολα όμορφη συζήτηση. Σχετικά με αυτό που με ρωτάτε τώρα, η ιδέα της Άγνωστης με πολιορκούσε εδώ και τρία χρόνια. Η μετεγκατάσταση της πρωταγωνίστριας στο ορεινό χωριό εξυπηρετούσε πολύ την όλη ιστορία, όμως οι σκέψεις και κάποια από τα συναισθήματά της κατά την προσαρμογή της εκεί στηρίζονται πάνω στα «γεγονότα» της εποχής μας. Στην κάθε είδους κρίση, στους φρενήρεις ρυθμούς που αναγκαζόμαστε να ακολουθούμε, στη βαθιά μοναξιά που βιώνει ο κάθε άνθρωπος…

Πείτε μας δυο λόγια για το βιβλίο και τους πρωταγωνιστές του.

Έχουμε, λοιπόν, τη Μελίνα, μια νέα γυναίκα, που έχει βιώσει τις προσωπικές της απώλειες και νιώθει πως έχει πια κουραστεί από τους έντονους ρυθμούς της μεγαλούπολης. Παράλληλα, εξ απαλών ονύχων αγαπούσε και λαχταρούσε την ηρεμία της φύσης, την αγνότητα των ζώων και την ανυστερόβουλη ανθρώπινη επαφή. Έτσι παίρνει την απόφαση να κάνει μία νέα αρχή σε ένα ορεινό χωριό έξω από τα Γιάννενα. Εκεί θα προσαρμοστεί εύκολα με τους απλούς ανθρώπους της επαρχιακής κοινωνίας, θα ενστερνιστεί τις πίκρες και τις χαρές τους και θα θελήσει να προσφέρει τη βοήθειά της σε όποιον φαινόταν να τη χρειάζεται. Θα βρεθεί αντιμέτωπη με μία άδικα διαλυμένη φιλία, με φοβισμένους ή εμμονικούς έρωτες, με έναν θάνατο που ποτέ δε φωτίστηκε από το φως της αλήθειας και με ανθρώπους που είχαν διαλέξει να ζουν στο περιθώριο. Όμως η πιο συγκλονιστική και μοιραία συνάντησή της θα είναι εκείνη με την Άγνωστη –μια παράξενη και αμφισβητούμενη παρουσία- που δείχνει από την πρώτη μέρα να έχει επιλέξει τη Μελίνα για τους δικούς της λόγους…

Η Μελίνα χρειάστηκε να «χτυπηθεί» από τη ζωή, για να αφήσει τη ζωή της στο μεγάλο αστικό κέντρο. Δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί «λιποταξία» αυτό, καθώς αποφάσισε να εγκαταλείψει τα πάντα, αντί να μείνει και να πολεμήσει τους «δαίμονες» της;

Δε θεωρώ πως η Μελίνα «χτυπήθηκε» ιδιαίτερα σκληρά από τη ζωή. Αντιμετώπισε, φυσικά, πολύ άσχημες καταστάσεις όπως ο ξαφνικός και πρόωρος θάνατος των γονιών της, όμως αυτό είναι ένα πλήγμα που αναγκάζονται να το ζήσουν πάρα πολλοί άνθρωποι γύρω μας. Είναι οπωσδήποτε άδικο και σκληρό, όμως ο θάνατος είναι κάτι το αναπόφευκτο και είναι οδυνηρός –λιγότερο ή περισσότερο- όποτε κι αν συμβαίνει. Όσο για τους δαίμονες της, η Μελίνα τους είχε ήδη πολεμήσει πριν φύγει από την Αθήνα, οπότε η απόφασή της δε μου μοιάζει καθόλου σαν λιποταξία. Τα κίνητρά της δεν ήταν ο φόβος ή η δειλία. Αντιθέτως πιστεύω πως, για να πάρει κανείς μια τέτοια απόφαση που αλλάζει τόσο ριζικά τη ζωή του, απαιτείται ξεχωριστό θάρρος, μεγάλη αυτογνωσία και τεράστια δύναμη χαρακτήρα.

Διάφοροι χαρακτήρες πλαισιώνουν τη Μελίνα. Και, όμως, είναι άγνωστη ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Επηρεαστήκατε από την αποξένωση των ανθρώπων σήμερα και την κρίση που έχει οδηγήσει τους ανθρώπους να κλειστούν στον εαυτό τους;

Οπωσδήποτε. Βέβαια η αποξένωση των ανθρώπων δεν είναι τόσο καινούριο φαινόμενο. Ξεκίνησε αργά-αργά πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Το βίωσα κι εγώ όταν έφυγα από την ήρεμη γειτονιά όπου μεγάλωσα και μετακόμισα σε ένα από τα μεγαλύτερα προάστια των Αθηνών, όπου βρέθηκα αντιμέτωπη με τη ζωή της πολυκατοικίας που οι μισοί ένοικοι δε γνώριζαν ούτε καν εμφανισιακά τους άλλους μισούς. Και πολλοί ούτε που ενδιαφέρονταν να τους μάθουν. Ωστόσο στις μέρες μας, την εποχή της κρίσης όπως λέμε, βλέπω ότι έχουν συμβεί δύο εντελώς αντίθετα πράγματα. Από τη μία είναι αυτοί που έχουν απομονωθεί εντελώς, που για τους δικούς τους λόγους αδιαφορούν ή δυσανασχετούν με όσα συμβαίνουν παραδίπλα τους και από την άλλοι υπάρχουν και αυτοί που οι δυσκολίες της ζωής μας τους έβγαλαν από τον εγωκεντρισμό τους και τους έκαναν να νοιαστούν για τα προβλήματα των διπλανών τους. Άλλη μία απόδειξη πως στη ζωή δεν είναι όλα μαύρα ή άσπρα και πως από το «κακό» μπορεί να βγει κάτι καλό, αρκεί οι άνθρωποι να διαθέτουν έστω και λίγο από αυτό που ονομάζουμε «μεγαλείο ψυχής».  

Πώς κρίνετε την εποχή μας; 

Η ερώτηση αυτή, όσο κι αν έτσι φαίνεται, δεν είναι καθόλου απλή. Μου είναι δύσκολο να απαντήσω εύκολα ή λιτά. Είναι ένα θέμα που χρειάζεται μεγάλη συζήτηση και ανάλυση, λόγο και αντίλογο. Όμως, για να δώσω μια ιδέα περί των σκέψεών μου, θα πω δυο λόγια -τα πρώτα που ήρθαν στο μυαλό μου. Απλώς για την εποχή μας, όχι σε σύγκριση με άλλες εποχές ούτε σε συνάρτηση με κυβερνήσεις και πολιτικές σκοπιμότητες. Πιστεύω, λοιπόν, ότι οι βασικές αλλαγές της κάθε εποχής εντοπίζονται περισσότερο στην τεχνολογία, στα πολιτικά παιχνίδια των εκάστοτε κυβερνώντων και στην ανθρώπινη ψυχή. Προσπερνώ την τεχνολογία που έχει απλουστεύσει πολλά, προσπερνώ και την πολιτική που έχει δυναστεύσει τη ζωή μας και στέκομαι στον απλό άνθρωπο. Δύσκολη η εποχή μας, είναι αλήθεια. Όμως μήπως κι εμείς τη δυσκολεύουμε ακόμα περισσότερο; Μήπως θα πρέπει να σταματήσουμε να μιζεριάζουμε και να μεμψιμοιρούμε, αλλά να μάθουμε να προσαρμοζόμαστε στις νέες συνθήκες; Μήπως θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως αληθινή χαρά και γνήσια χαμόγελα δεν κερδίζονται μέσα από τα υλικά αγαθά; Πως θα πρέπει να νιώθουμε όμορφα με όσα μπορούμε να απολαύσουμε και να ξεχάσουμε όσα αναγκαστήκαμε να στερηθούμε; Να νιώθουμε ευγνώμονες επειδή μπορούμε ακόμα να βρούμε πράγματα που θα μας κάνουν χαρούμενους; Μήπως θα πρέπει να βγάλουμε στην επιφάνεια την κρυμμένη ανθρωπιά μας και να απλώσουμε το χέρι στον συνάνθρωπο; Μήπως να αναθεωρήσουμε κάποιες αξίες που διαστρεβλώθηκαν ή ξεχάστηκαν με τα χρόνια; Δύσκολη η εποχή μας πραγματικά. Όμως είμαστε εδώ, δε διαθέτουμε καμία μαγική μηχανή του χρόνου για να… «λιποτακτήσουμε», και κουβαλάμε μέσα μας όλα τα εφόδια που χρειάστηκε ανέκαθεν ο άνθρωπος για να επιβιώσει. 

Πριν κάποια χρόνια κάνατε το πρώτο συγγραφικό εγχείρημα, μαζί με τη συνάδελφό σας, κ. Κουνούνη, στην παράλληλη συγγραφή. Μιλήστε μας λίγο για αυτή σας την εμπειρία;

Παγκόσμια καινοτομία, ναι. Και τώρα που το βλέπω περισσότερο αποστασιοποιημένα πιστεύω πως είναι ακόμα πιο δύσκολο από όσο μας είχε φανεί τότε. Ο λόγος; Πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο πνευματική επικοινωνία με το άλλο άτομο αλλά, ίσως πολύ πιο σημαντικό, ψυχική επικοινωνία. Με τη Θάλεια έχουμε μία σπάνια σχέση, ένα δέσιμο που ακόμη και σε μας προκαλεί πολλές φορές δέος. Από την πρώτη μέρα που συναντηθήκαμε –για να μην πω από τα πρώτα σχόλια που ανταλλάξαμε στο facebook πριν καν γνωριστούμε- νιώσαμε μία ακατανίκητη έλξη η μία για την άλλη. Ίσως οι ψυχές μας να αντιλήφθηκαν αμέσως το πόσο πολύ ταιριάζαμε, πριν καλά-καλά το δούμε οι ίδιες. Νιώθουμε σαν να χτυπά μία καρδιά σε δύο σώματα. Οπότε ήταν λογικό επακόλουθο να θελήσουμε κάποια στιγμή να κάνουμε κάτι μαζί. Ωστόσο δε θέλαμε να είναι μία επανάληψη των συνηθισμένων. Ψάχναμε για το διαφορετικό και η ιδέα μας ήρθε ένα απόγευμα που πίναμε τον καφέ μας (μοχίτο για την ακρίβεια) και συζητούσαμε τις απόψεις μας. Αυτό ήταν. Ξεκινήσαμε σχεδόν αμέσως παρότι και οι δύο είχαμε τις δουλειές μας, τις οικογενειακές υποχρεώσεις μας και –το πιο σημαντικό- παρότι η Θάλεια μένει μόνιμα στην Κύπρο. Το ότι ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα πιστεύω πως μπορεί να το καταλάβει όποιος έχει διαβάσει την Παράλληλη Λογοτεχνία. Εκεί όμως που θέλω να σταθώ είναι στο γεγονός πως ποτέ δεν προσπάθησε να επισκιάσει η μία την άλλη, ποτέ δεν τσακωθήκαμε, ποτέ δεν είχαμε έστω έναν λόγο για να μετανιώσουμε γι’ αυτή τη συνεργασία. Εδώ έγκειται και η μεγαλύτερη δυσκολία, κάτι που σε μας βγήκε τόσο αυθόρμητα λόγω της σχέσης μας. Μάλιστα έχουμε αρχίσει και ψαχνόμαστε για να επαναλάβουμε κάτι αντίστοιχο. Παρόλο το άγχος και την πίεση, είχαμε περάσει υπέροχα τότε.

Πιστεύετε ότι είναι ένα είδος το οποίο θα έπρεπε να αναπτυχθεί περισσότερο στη χώρα μας;

Είναι ένα είδος που έχει μεγάλο ενδιαφέρον τόσο για τους συγγραφείς όσο και για τους αναγνώστες. Και ναι, γιατί όχι; Είναι πρόκληση όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για τους ξένους –συγγραφείς και κοινό. Δεν είναι κάτι απλό, μία συνηθισμένη μυθοπλασία. Είναι λογοτεχνικό παζλ. Φανταστείτε, να διαβάζει κανείς μία ιστορία σε δύο βιβλία όπου δε θα βρει καμία επανάληψη. Να μην έχει καμία σημασία με ποια σειρά θα διαβαστούν τα βιβλία, απλώς το ένα να συμπληρώνει το άλλο, αλλά και να μπορεί το καθένα να σταθεί σαν μυθιστόρημα από μόνο του. Και το τέλος του καθενός να ικανοποιεί τον αναγνώστη, αλλά να βρίσκει την πραγματική αλήθεια του επίλογου και να μένει με… ανοιχτό το στόμα μόνο όταν έχει ολοκληρώσει και τα δύο. Ειλικρινά το θεωρώ το λιγότερο ευρηματικό.

Αν σας έλεγαν να γράψετε παράλληλα με έναν συγγραφέα, του οποίου  η γραφή δεν σας ταιριάζει, πώς θα αντιδρούσατε; 

Είναι κάτι που δε θα το έκανα με κανέναν άλλον παρά μόνο με τη Θάλεια. Επειδή, όπως προείπα, υπάρχει ταύτιση ψυχής και αυτό είναι το πιο σημαντικό. Δε θεωρώ πως η γραφή η δική μου ταιριάζει τόσο με της Θάλειας, όμως αυτό δεν είναι μειονέκτημα. Αντιθέτως, πιστεύω ότι προσδίδει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Όμως, ακόμη κι αν μου έφερναν έναν συγγραφέα που να γράφει ακριβώς στο ίδιο στιλ όπως κι εγώ, το αποτέλεσμα δε θα ήταν επιτυχημένο. Η συνεργασία μας δε θα ήταν απολαυστική, και αυτό είναι κάτι που έχει μεγάλη σημασία. Ποιος θα μπορούσε να δεχτεί να σβήσει ολόκληρο κεφάλαιο επειδή ο άλλος του είπε ότι δεν του αρέσει ή δεν τον εξυπηρετεί στην πλοκή; Ποιος θα αγωνιούσε να μην καπελώσει τον συνεργάτη του αλλά να τον βοηθήσει να αναδείξει όλο το μέγεθος του ταλέντου του; Ποιος θα έβαζε στην άκρη εγωισμούς και φιλοδοξίες; Όχι, μόνο με τη Θάλεια θα μπορούσα να το ξανακάνω.

Πιστεύετε, δηλαδή, στις προκλήσεις ή θεωρείτε ότι κάθε συγγραφέας πρέπει να ασχολείται με το είδος στο οποίο είναι καλύτερος, εκδηλώνεται συναισθηματικά ευκολότερα;

Πιστεύω στις προκλήσεις και σέβομαι τις αποτυχίες. Η συγγραφή είναι πάνω απ’ όλα θέμα διάθεσης. Αν ο συγγραφέας νιώθει πως έχει κουραστεί ή ακόμα και στερέψει στο να δημιουργεί πάνω στο ίδιο είδος, θα πρέπει να εκφραστεί με τον τρόπο που τον καθοδηγεί τη συγκεκριμένη εποχή το μυαλό και η καρδιά του. Όπως και αν βγει το αποτέλεσμα, το σίγουρο είναι πως θα είναι αυθεντικό, αυθόρμητο και εμπνευσμένο. Κι αν αποδειχτεί αποτυχημένη απόπειρα δεν πειράζει. Από τις αποτυχίες μας μαθαίνουμε, βελτιωνόμαστε. Η κριτική, όταν δεν είναι κακοπροαίρετη, είναι πάντα χρήσιμη. Άλλωστε το να προσπαθείς να εξελίσσεσαι είναι σημαντική ανάγκη και η εξέλιξη ενέχει πάντα ένα ποσοστό ρίσκου.

Να σας ευχαριστήσω για άλλη μία φορά για το χρόνο που μας αφιερώσατε και θα ήθελα να κλείσουμε τη συνέντευξή μας με μία συμβουλή σας προς τους αναγνώστες σας και όλον τον κόσμο γενικότερα.

Κι εγώ θέλω να σας ευχαριστήσω για την όμορφη κουβέντα που κάναμε. Όσο για συμβουλή… Όπως κάνω και στα βιβλία μου, πιστεύω πως μέσα από τη συζήτησή μας πέρασα κάποιες «συμβουλές». Αλλά σαν επίλογο –κάτι σαν καμπανάκι κινδύνου- επιτρέψτε μου να τελειώσω με ένα μικρό απόσπασμα που, κρίνοντας από τα σχόλια των αναγνωστών, έχει αγγίξει πολλές καρδιές. «Ίσως να έφταιγε ο τρόπος ζωής της εποχής μας. Όλα αυτά τα τσιτάτα που κατακλύζουν την καθημερινότητά μας. Όσο μεγαλύτερο τόσο το καλύτερο… Όσο πιο γρήγορα τόσο πιο καλά… Όσο πιο ψηλά τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία… Η προσοχή του κόσμου έχει στραφεί στο πού πηγαίνει και όχι στο πού βρίσκεται. Στο τι κυνηγά να κατακτήσει και όχι σε αυτά που ήδη κατέχει. Σε έναν άλογο αγώνα αντί σε μια γαλήνια εκεχειρία». Ευχαριστώ πάρα πολύ!  

ΥΠΟΘΕΣΗ

«Όσο μεγαλώνει η ηλικία, τόσο μικραίνουν τα όνειρα. Το σεντούκι του χρόνου στενεύει και δεν τα χωράει όλα μέσα».

Σοφά λόγια. Αληθινά. Όμως η Μελίνα ήταν νέα ακόμα και το δικό της το σεντούκι ξεχείλιζε από όνειρα.

Για να τα πραγματοποιήσει, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα και όσα την πονούσαν εκεί και να κάνει μια καινούρια αρχή μακριά, σε ένα πανέμορφο ορεινό χωριό της βορειοδυτικής Ελλάδας. Αλλά, όπως κάθε τόπος, έτσι και το Αιθερικό είχε τα δικά του μυστικά, τις δικές του πληγές, τα δικά του φαντάσματα…

Μια παράξενη παρουσία που ο καθένας προσπαθούσε να εξηγήσει σύμφωνα με τους προσωπικούς του ορίζοντες και τις ψυχικές αντοχές του…

Μια δυνατή φιλία που λύγισε κάτω από το βάρος μιας αναπόδεικτης προδοσίας…

Ένα βαρύ μυστικό που καταδικάστηκε σε απροσπέλαστα σκοτάδια…

Ένας ξαφνικός θάνατος που ποτέ δε βρήκε τη δικαίωση που του άξιζε…

Και έρωτες… Έρωτες δυνατοί, τρυφεροί, απελπισμένοι, εμμονικοί… Έρωτες που ο καθένας τους ζητούσε τη δική του αχτίδα ήλιου για να ανθίσει στο φως της ζωής…

Συνέντευξη: Νεκταρία Πουλτσίδη
Οπτικοακουστικό υλικό: Νάγια Γούγου - Μητροπούλου
Επιμέλεια Άρθρου: Χριστίνα Μιχελάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname