Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Συνέντευξη με την Σοφία Βοΐκου


Οι Θεματοφύλακες Βιβλίων φιλοξενούν σήμερα, στις καθιερωμένες τους πλέον συνεντεύξεις την Σοφία Βοΐκου, συγγραφέα του βιβλίου "Ψίθυροι του Βαρδάρη" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Η κυρία Βοΐκου μας μιλάει για τους χαρακτήρες του νέου τους βιβλίου αλλά και το πως εμπνεύστηκε την ιστορία του. Αν θέλετε να μάθετε και εσείς διαβάστε την συνέντευξη που ακολουθεί.


Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ





Καλησπέρα, κα Βόικου. Αρχικά θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη συνέντευξη που παραχωρείτε στο blog μας «Θεματοφύλακες Βιβλίων». Πώς αισθάνεστε που βλέπετε ένα ακόμη βιβλίο σας να παίρνει σάρκα και οστά και να μοιράζεται στον κόσμο;

Όπως κάθε φορά… Δεν μπορώ να το πιστέψω πως ένα ακόμη βιβλίο μου βρήκε το δρόμο για τις προθήκες των βιβλιοπωλείων και κατ’επέκταση για τα χέρια των αναγνωστών. Και μαζί με την αδιαμφισβήτητη χαρά που αισθάνομαι, φουντώνει υποσυνείδητα και το εσωτερικό κύμα ανασφάλειας του δημιουργού. Άραγε το έργο μου θα καταφέρει να αγγίξει κάποιες από τις συναισθηματικές χορδές των ανθρώπων που θα το διαβάσουν;

Ποια είναι η Σοφία πίσω από τον συγγραφικό τίτλο; 

Μια κλασική Ελληνίδα 40+… ή εντάξει σχεδόν κλασική… Είναι σύζυγος, είναι μάνα, είναι κόρη, είναι εργαζόμενη στη διαφήμιση. Παρά τη δύσκολη ωστόσο καθημερινότητα, διατηρεί την ‘τρέλα’ των εφηβικών της χρόνων (ή τουλάχιστον αυτό θέλει να πιστεύει), αγαπάει τα ταξίδια, συνεχίζει να βλέπει την καλή πλευρά των ανθρώπων και πιστεύει ακράδαντα πως εμείς είμαστε υπεύθυνοι για την ευτυχία μας. Δεν το βάζει εύκολα κάτω, είναι πεισματάρα  και λατρεύει το διάβασμα χειμώνα – καλοκαίρι. Τραγουδάει παράφωνα, ζωγραφίζει απαίσια αλλά συνεχίζει να τραγουδάει και να ζωγραφίζει εις πείσμα των αγαπημένων της. Α! και κάτι ακόμα… Έχει υπερβολικό άγχος και αποσυμπιέζεται γράφοντας… Έχει και πολλά άλλα, αλλά που να τα λέμε τώρα…

Ψίθυροι του Βαρδάρη; Πως εμπνευστήκατε την νέα σας ιστορία;

Την έμπνευση πυροδότησε ένα τυχαίο γεγονός. Το 2014, έλαβα ένα χαρτί νομικού χαρακτήρα (όπως και πολλοί κάτοικοι της περιοχής όπου μένω) πως το πατρικό μου διαμέρισμα είναι χτισμένο πάνω στο ρέμα του Μπουγιούκ Ντερέ και το κράτος έπρεπε να αποζημιωθεί. Ψάχνοντας τα χαρτιά που μου ζήτησε η δικηγόρος, δίχως να το καταλάβω, άρχισα να σεργιανάω στην ιστορία της πόλης. 
Περπατώντας λοιπόν ένα απόγευμα στην παραλία της Θεσσαλονίκης, με επισκέφτηκαν οι δύο βασικοί ήρωες: η γιαγιά Σοφία και ο Εμμανουήλ. Κάθε μέρα, ένας νέος επίμονος χαρακτήρας εμφανιζόταν και ζητούσε μερίδιο στην ιστορία που σχηματιζόταν στο μυαλό μου.

Το βιβλίο σας μας πάει μια βόλτα πίσω στην Θεσσαλονίκη μιας άλλης εποχής. Αποτελεί κάποια αυτοβιογραφία της οικογένειας σας;

Όχι. Το βιβλίο δεν είναι ούτε αυτοβιογραφικό ούτε αποτελεί την ιστορία της οικογένειας μου. Επειδή όμως είμαι γέννημα – θρέμμα Θεσσαλονικιά, ζω, κινούμαι και εργάζομαι σε αυτή την πόλη πάνω από σαράντα χρόνια, είναι φυσικό να υπάρχουν αποσπασματικά κομμάτια μνήμης μέσα στο βιβλίο, ιδίως στο κομμάτι που αφορά τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.

Σας ήταν εύκολο να συνδυάσετε ιστορία και μυθοπλασία στο βιβλίο σας;

Λατρεύω την ιστορία και είναι μεγάλη ευχαρίστηση για μένα να βουτάω μέσα της. Σε όλα μου τα βιβλία υπάρχει ένα κομμάτι ιστορίας. Εδώ βέβαια λίγο παραπάνω. Προσωπικά, δεν μου είναι δύσκολος ο συνδυασμός ιστορίας και μυθοπλασίας. Τον βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρον και
‘ιντριγκαδόρικο’ από την εξιστόρηση μιας απλής ιστορίας.

Με ποιον ήρωα δεθήκατε περισσότερο; Μπήκατε καθόλου στον πειρασμό να ελαφρύνετε τη ζωή του; Να μην αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες; 

Μπορώ να σας απαντήσω ποιον ήρωα αγάπησα λίγο περισσότερο από τους άλλους. Έχω μία μεγαλύτερη συμπάθεια στη Σάρρα – Ζοζεφίν, την ιδιοκτήτρια ενός πολυτελούς πορνείου όπου σύχναζαν όλοι οι ανώτεροι αξιωματικοί της Μακεδονικής στρατιάς κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι μια γυναίκα που ερωτεύτηκε με πάθος και αψήφησε θρησκεία και φυλή για να γνωρίσει στη συνέχεια, την προδοσία και την απόρριψη. Ωστόσο εκείνη, παραμένει όρθια και διατηρεί αλώβητη την ψυχή της.

Πως νιώθατε όταν ταξιδεύατε σε εκείνη την εποχή; 

Μαγικά! Τολμώ να πω πως ‘ζούσα στον κόσμο μου’. Πήγαινα στη δουλειά, έβλεπα τα νεοκλασικά κτίρια της Βασιλίσσης Όλγας κι έλεγα από μέσα μου: «Να σ’αυτό το σπίτι, η Αναστασία γνώρισε τον Τζαννέτο, σ’αυτό το μέρος ο Εμμανουήλ έπινε τον καφέ του παρέα με τον Ιμπραήμ, εδώ η Ζοζεφίν είδε το βασιλιά Γεώργιο να πέφτει νεκρός μπροστά στα πόδια της…». Ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία που δεν μου είχε ξανασυμβεί.

Φημολογείται πως σχεδόν σε κανέναν συγγραφέα δεν αρέσουν αυτά που ο ίδιος γράφει. Ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτό; 

Δεν πιστεύω στις φήμες. Εάν δεν του αρέσουν, γιατί μπαίνει τότε στον κόπο να τα εκδώσει; Εάν ο ίδιος δεν πιστεύει πως αυτό που έχει γράψει έχει ένα επίπεδο, γιατί τότε το ‘προσφέρει’ στους αναγνώστες; Πιστεύω πως αυτό που γράφει ο συγγραφέας, πρώτα πρέπει να αρέσει στον ίδιο και μετά σε όλους τους άλλους.

Υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα που θέλετε να μεταδώσετε στους αναγνώστες σας μέσα από  τα έργα σας;

Δεν μου αρέσει ούτε ο διδακτισμός ούτε να δίνω συμβουλές. Πιστεύω ακράδαντα πως ο άνθρωπος ωριμάζει μόνο από τις προσωπικές του εμπειρίες και όχι μέσα από συμβουλές και παραινέσεις άλλων. Εάν υπάρχουν κάποια μηνύματα μέσα στα βιβλία μου (που δεν είμαι και τόσο σίγουρη πως υπάρχουν), αυτά είναι η προσωπική μου κοσμοθεωρία, η δική μου φιλοσοφία για τη ζωή και τα προβλήματά της.

Και λίγο πριν κλείσουμε και αφού σας ευχαριστήσω και πάλι για τον χρόνο που μας αφιερώσατε, τι θα συμβουλεύατε έναν νέο συγγραφέα; 

Όπως είπα και παραπάνω, δεν είμαι άνθρωπος που δίνει συμβουλές. Παρ’όλα αυτά, ας κάνω μία εξαίρεση. Να διαβάζει πολύ λογοτεχνία και να κυνηγάει με πάθος τα όνειρά του.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Η Σαλονίκη, η πόλη των τριών θεών, των χριστιανών, των μουσουλμάνων και των Εβραίων,
προσπαθεί να βρει την ταυτότητά της στην αυγή του εικοστού αιώνα.

Αύγουστος 1917. Η πόλη καίγεται συθέμελα. Ο πλούσιος Μεχμέτ εφέντης σώζει τη ζωή μιας χριστιανής, της Σοφίας. Την ερωτεύεται παράφορα, παντρεύεται όμως μια άλλη γυναίκα. 
Η Ζοζεφίν και το πολυτελές πορνείο της γίνονται μάρτυρες μιας μάζωξης λαών από όλα τα μέρη του κόσμου που θα κληθούν να χύσουν το αίμα τους σε έναν καταστροφικό πόλεμο. 
Η Εσρά, μια τσιγγάνα που η γέννησή της χάνεται στον χρόνο, κινείται αθόρυβα και υπογείως στην πόλη και παρεμβαίνει στις ανθρώπινες ζωές. 
Μια επιστολή, πολλά χρόνια αργότερα, φέρνει στο φως επτασφράγιστα μυστικά που σημάδεψαν τη μοίρα όλων αυτών που κάποτε σεργιάνισαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. 

Ο βαρδάρης, ο αέναος τοπικός άνεμος, μας παρασέρνει στη δίνη της ιστορίας μιας πόλης σαγηνευτικής και φέρνει μαζί του ψιθύρους ξεχασμένους.



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ





Συνέντευξη: Νεκταρία Πουλτσίδη
Επιμέλεια: Χριστίνα Μιχελάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχολιό σας :

Εμφανιζόμενη ανάρτηση

ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ

Προσωπική άποψη/επιμέλεια: Δελλή Χαρά Υποκινούμενη από ένστικτο και μόνο, υπέκυψα πάλι στην “πρωτοδοκιμαζόμενη” πένα ενός νεαρο...

Disqus Shortname